Το χαρτονόμισμα των 500 δραχμών με την Αγιά Σοφιά αποτελεί μία από τις πιο ιδιαίτερες και σπάνιες ιστορίες της ελληνικής νομισματικής παράδοσης. Σχεδιάστηκε το 1921 από την American Banknote Company, παραδόθηκε το 1923, αλλά δεν κυκλοφόρησε ποτέ, μένοντας τελικά ως ένα σπάνιο αρχειακό δείγμα με έντονο ιστορικό και συμβολικό βάρος.
Το χαρτονόμισμα με την Αγιά Σοφιά που δεν κυκλοφόρησε ποτέ
Το χαρτονόμισμα των πεντακοσίων δραχμών, στο οποίο απεικονιζόταν η Αγιά Σοφιά, σχεδιάστηκε το 1921 από την American Banknote Company και παραδόθηκε στην Ελλάδα το 1923.
Η επιλογή της Αγιάς Σοφιάς μόνο τυχαία δεν ήταν. Εκείνη την περίοδο, το ιστορικό κλίμα ήταν φορτισμένο από τις εξελίξεις που είχαν ακολουθήσει το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και από τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί για τον ελληνισμό και την Κωνσταντινούπολη.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, στις 30 Οκτωβρίου 1918, είχε υπογραφεί η ανακωχή του Μούδρου, η πρώτη ανακωχή που σήμανε ουσιαστικά το τέλος του πολέμου για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η συμφωνία υπογράφηκε ανάμεσα στον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ, ως πληρεξούσιο των Συμμάχων της Αντάντ, και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε στην πλευρά των νικητών.
Η ελληνική σημαία στην Κωνσταντινούπολη
Το θωρηκτό Γ. Αβέρωφ, μαζί με το θωρηκτό Κιλκίς, κατέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη και εκεί ύψωσε την ελληνική σημαία, εκπροσωπώντας μία από τις νικήτριες δυνάμεις του Μεγάλου Πολέμου.
Η παρουσία αυτή είχε τεράστιο συμβολισμό, καθώς συνδεόταν με την ελπίδα πραγματοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Την ίδια περίοδο, τμήμα της Κρητικής Χωροφυλακής εγκαταστάθηκε στο Φανάρι, αναλαμβάνοντας ρόλο φρουράς του Πατριαρχείου.
Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν μεγάλη συγκίνηση στον ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης. Οι εκδηλώσεις ενθουσιασμού ήταν έντονες, καθώς πολλοί Έλληνες της Πόλης πίστεψαν ότι βρισκόταν μπροστά τους μια ιστορική στιγμή.
Η αποκάλυψη για τα βρετανικά σχέδια
Μια σημαντική αποκάλυψη είχε κάνει η τουρκική εφημερίδα Zaman, σύμφωνα με την οποία, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τα συμμαχικά στρατεύματα της Αντάντ, στις 13 Νοεμβρίου 1918, οι Βρετανοί είχαν εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να επιστρέψουν την Αγιά Σοφιά στους χριστιανούς της Πόλης.
Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, τα σχέδια αυτά ήταν αρκετά προχωρημένα, όμως την τελευταία στιγμή το Λονδίνο έκανε πίσω.
Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, η εικόνα του σταυρού να δεσπόζει ξανά στον τρούλο της Αγιάς Σοφιάς θα είχε τεράστια ιστορική, συμβολική και ψυχολογική σημασία. Θα έστελνε ένα μήνυμα ότι η Κωνσταντινούπολη περνούσε ξανά σε μια νέα εποχή, με σαφείς χριστιανικούς και ελληνικούς συμβολισμούς.
Η επανεμφάνιση του σταυρού στον τρούλο της Αγιάς Σοφιάς θα αποτελούσε, όπως εκτιμούσαν τότε κύκλοι των Συμμάχων, ένα βαρύ ιστορικό πλήγμα για τους Τούρκους. Παράλληλα, πίστευαν ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταδιακή αποχώρηση του μουσουλμανικού στοιχείου από την Πόλη.
Οι φόβοι των Βρετανών και η ανατροπή
Παρότι, σύμφωνα με τη Zaman, τα σχέδια για την εκ νέου μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς σε χριστιανικό ναό είχαν ήδη καταρτιστεί, προέκυψαν σοβαρές αντιδράσεις.
Η βασική πίεση ήρθε από μουσουλμανικά στρατεύματα που υπηρετούσαν στη βρετανική αυτοκρατορία. Διατυπώθηκαν μάλιστα προειδοποιήσεις ότι, αν η Αγιά Σοφιά παραδιδόταν στους χριστιανούς, θα μπορούσαν να ξεσπάσουν εξεγέρσεις μουσουλμανικών πληθυσμών στις Ινδίες και σε άλλες περιοχές που βρίσκονταν υπό βρετανική κυριαρχία.
Η Βρετανία εκείνη την περίοδο διοικούσε τεράστιες εκτάσεις με μεγάλους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Είχε επίσης υπό την επιρροή της περιοχές με ιδιαίτερη θρησκευτική βαρύτητα για το Ισλάμ. Γι’ αυτό και το Λονδίνο δεν ήθελε να προκαλέσει αναταράξεις που θα μπορούσαν να απειλήσουν την αυτοκρατορική του σταθερότητα.
Όπως ανέφερε η τουρκική εφημερίδα, ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός, Λόιντ Τζορτζ, είχε αρχικά σκεφτεί την άμεση παράδοση της Αγιάς Σοφιάς στους χριστιανούς, αμέσως μετά την είσοδο των στρατευμάτων της Αντάντ στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1918.
Με αυτή την κίνηση, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, θα ενισχυόταν η τάση φυγής των μουσουλμάνων προς τη Μικρά Ασία, καθώς θα φαινόταν ότι η Πόλη περνούσε οριστικά ξανά στα χέρια των χριστιανών. Παράλληλα, θα επανερχόταν πιο έντονα και το ιστορικό της όνομα, Κωνσταντινούπολη, αντί του Ιstanbul.
Το ζήτημα του χαλιφάτου και της Αγιάς Σοφιάς
Ένα ακόμη ζήτημα που απασχολούσε τους Βρετανούς ήταν το μουσουλμανικό χαλιφάτο, το οποίο μέχρι τότε είχε την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με τα σχέδια που περιγράφονταν, το χαλιφάτο θα μπορούσε να μεταφερθεί στην Προύσα ή στο Ικόνιο. Με αυτόν τον τρόπο, μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού ιερατείου θα αποχωρούσε από την Πόλη.
Οι βρετανικές πηγές φέρονται να υποστήριζαν ότι στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν ήδη εκατοντάδες τζαμιά. Άρα, η αλλαγή του καθεστώτος της Αγιάς Σοφιάς και η μετατροπή της ξανά σε χριστιανικό ναό δεν θα στερούσε από τους μουσουλμάνους της Πόλης τη δυνατότητα να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.
Σε ποιους θα δινόταν η Αγιά Σοφιά
Ένα από τα σημεία στα οποία υπήρξε διαφωνία ήταν το σε ποιους θα παραδινόταν τελικά η Αγιά Σοφιά.
Η πρώτη προτεραιότητα, σύμφωνα με τις βρετανικές πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, ανήκε στους Έλληνες της Πόλης. Η Αγιά Σοφιά είχε αποτελέσει για περίπου χίλια χρόνια το κορυφαίο σύμβολο της ελληνικής ορθοδοξίας και το ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο είχε ισχυρές αξιώσεις για την επιστροφή της.
Ωστόσο, υπήρχαν και διεκδικήσεις από ρωσικής πλευράς. Ήδη από το 1915 είχαν διατυπωθεί σχετικές θέσεις από τον Ρώσο Τρουμπετσκόι, ενώ αναφορές στο ζήτημα είχαν γίνει και από τον γνωστό Ρώσο συγγραφέα, Ντοστογιέφσκι.
Τελικά, τίποτα από όλα αυτά δεν προχώρησε. Οι δεύτερες σκέψεις του Λονδίνου και οι φόβοι για αναταραχές στον μουσουλμανικό κόσμο οδήγησαν στην εγκατάλειψη του σχεδίου.
Από τη χαμένη ευκαιρία στη Μικρασιατική Καταστροφή
Το θέμα της Αγιάς Σοφιάς έμεινε χωρίς ουσιαστική εξέλιξη. Τα επόμενα χρόνια οι ισορροπίες άλλαξαν δραματικά, μέχρι που η ιστορία έφτασε στη Μικρασιατική Καταστροφή και στην επικράτηση των δυνάμεων του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Η Κωνσταντινούπολη πέρασε τελικά υπό τον πλήρη έλεγχο των κεμαλικών δυνάμεων στις 6 Οκτωβρίου 1924, σύμφωνα με το αρχικό κείμενο, και μαζί χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία για τον χριστιανισμό και τον ελληνισμό.
Αν η Αγιά Σοφιά είχε επιστρέψει τότε στους χριστιανούς, θα επρόκειτο για μια επιστροφή ύστερα από περίπου τεσσεράμισι αιώνες. Ο ιστορικός ναός θα αποκτούσε ξανά τον παλαιό του χαρακτήρα, με ανυπολόγιστη σημασία για την ορθοδοξία και τον ελληνισμό.
Παρόλα αυτά, η Αγιά Σοφιά δεν παρέμεινε τζαμί εκείνη την περίοδο. Όπως αναφέρει η τουρκική εφημερίδα, ο Κεμάλ φέρεται να αποδέχτηκε νέα βρετανικά σχέδια για τη μετατροπή της σε μουσείο.
Το σκεπτικό ήταν ο ιστορικός ναός να γίνει παγκόσμιο αξιοθέατο. Και πράγματι, η Αγιά Σοφιά μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του κόσμου, προσελκύοντας κάθε χρόνο εκατομμύρια επισκέπτες και προσφέροντας τεράστια έσοδα στην τουρκική οικονομία.
Πρόκειται άλλωστε για ένα αρχιτεκτονικό και πνευματικό αριστούργημα της ελληνικής ορθοδοξίας, το οποίο συνεχίζει να προκαλεί δέος σε όσους το επισκέπτονται.
Η Συνθήκη της Λωζάνης και το νέο καθεστώς
Στο μεταξύ, η Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε στις 23 Ιουλίου 1923, είχε ήδη διαμορφώσει ένα τελείως διαφορετικό ελληνοτουρκικό πλαίσιο.
Οι ισορροπίες άλλαξαν τόσο σε εδαφικό όσο και σε πληθυσμιακό επίπεδο. Η εποχή των μεγάλων προσδοκιών είχε κλείσει και η πραγματικότητα που ακολούθησε ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη που είχε φανταστεί ο ελληνισμός μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μέσα σε αυτό το νέο ιστορικό περιβάλλον, το χαρτονόμισμα των 500 δραχμών με την Αγιά Σοφιά έμεινε τελικά στο περιθώριο.
Γιατί δεν κυκλοφόρησε το πεντακοσάρικο
Η επίσημη αιτιολογία για τη μη κυκλοφορία του χαρτονομίσματος ήταν ο πληθωρισμός. Το πεντακοσάρικο με την παράσταση της Αγιάς Σοφιάς δεν μπήκε ποτέ στην καθημερινή χρήση και δεν έφτασε ποτέ στα χέρια των πολιτών.
Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη εκτίμηση. Το πιθανότερο είναι ότι η μη κυκλοφορία του συνδέθηκε με την αλλαγή των δεδομένων γύρω από την Αγιά Σοφιά.
Αφού ο ναός δεν επέστρεψε στους χριστιανούς και τελικά οδηγήθηκε σε διαφορετική χρήση, η κυκλοφορία ενός χαρτονομίσματος που παρουσίαζε την Αγιά Σοφιά χωρίς μιναρέδες και με χριστιανικό σταυρό στον τρούλο θα είχε έντονο τιμητικό και συμβολικό χαρακτήρα.
Σε μια περίοδο που οι πολιτικές ισορροπίες είχαν αλλάξει ριζικά, ένα τέτοιο χαρτονόμισμα θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις ή να θεωρηθεί ότι εξέφραζε μια ιστορική διεκδίκηση που πλέον δεν μπορούσε να υλοποιηθεί.
Έτσι, το χαρτονόμισμα των 500 δραχμών με την Αγιά Σοφιά δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Παρέμεινε ένα σπάνιο αρχειακό δείγμα, συνδεδεμένο με μια εποχή μεγάλων προσδοκιών, χαμένων ευκαιριών και έντονων συμβολισμών για τον ελληνισμό.
Πηγές: dogma.gr
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.






































































































