Ο Απόστολος Πίτσος, ένας από τους τελευταίους μεγάλους εκπροσώπους της παλιάς ελληνικής βιομηχανίας, έφυγε αθόρυβα από τη ζωή την Πρωτοχρονιά του 2024, σε ηλικία 105 ετών. Το όνομά του συνδέθηκε με μια ολόκληρη εποχή, όταν οι ηλεκτρικές συσκευές με την ένδειξη «Πίτσος» βρίσκονταν σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι και το σύνθημα «Πίτσος – Εμπιστοσύνη» έγινε συνώνυμο της αντοχής και της ποιότητας.
Μπορεί να είχε αποχωριστεί το δημιούργημά του 46 χρόνια πριν από τον θάνατό του, ωστόσο η δική του σφραγίδα είχε ήδη μείνει ανεξίτηλη. Υπό την καθοδήγησή του, μια οικογενειακή μεταλλουργική επιχείρηση μετατράπηκε σε έναν από τους ισχυρότερους βιομηχανικούς ομίλους οικιακών συσκευών στην Ελλάδα.
Ο Απόστολος Πίτσος παρέμεινε μέχρι το τέλος διαυγής, δραστήριος και ενημερωμένος για τις εξελίξεις γύρω από την εταιρεία που έφερε το όνομα της οικογένειάς του.

Ο Απόστολος Πίτσος
Από το εργαστήριο στο Μοναστηράκι στη μεγάλη ελληνική βιομηχανία
Ο Απόστολος Πίτσος γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1918 στην Αθήνα και μεγάλωσε στους Αμπελόκηπους, σε μια εποχή κατά την οποία η οικογενειακή επιχείρηση είχε ήδη αρχίσει να διαγράφει τη δική της πορεία.
Η ιστορία της «Πίτσος» είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, το 1865, από τον Νικόλαο Πίτσο, θείο του πατέρα του. Σε ένα μικρό εργαστήριο στο Μοναστηράκι κατασκεύαζε φανάρια για τη φύλαξη τροφίμων, μπρίκια και καμινέτα.
Ο Νικόλαος Πίτσος δεν είχε δικά του παιδιά και έβαλε στη δουλειά τα τρία ανίψια του. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Σταμάτιος Πίτσος, πατέρας του Απόστολου, ο οποίος θεωρείται ο ιδρυτής της εταιρείας με τη μορφή που άρχισε σταδιακά να γίνεται γνωστή στην ελληνική αγορά.

Διαφήμιση εποχής με ένα από τα πιο εμβληματικά προϊόντα της εταιρείας
Η μικρή επιχείρηση μεταφέρθηκε αργότερα στην οδό Περικλέους και άρχισε να εμπλουτίζει την παραγωγή της. Κατασκεύαζε ψυγεία νερού με μικρό βρυσάκι, τα οποία κρεμούσαν τότε οι νοικοκυρές στους τοίχους, καθώς και μαχαιροπίρουνα, είδη πετρελαίου, θερμάστρες και γκαζιέρες.
Ορισμένα από αυτά τα προϊόντα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και εξάγονταν σε αρκετές χώρες. Η επιχείρηση αναπτυσσόταν με σταθερούς ρυθμούς και η «Μεταλλουργική Βιομηχανία Σ. Πίτσος Ο.Ε.» απέκτησε το πρώτο εργοστάσιό της στους Αμπελόκηπους, μια περιοχή που εκείνη την εποχή είχε ακόμη σχεδόν εξοχικό χαρακτήρα.

Διαφήμιση κύρους από την «Πίτσος» σε μια εποχή που το μάρκετινγκ στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα
Η δύσκολη ενηλικίωση και οι σπουδές στη Γερμανία
Ο Απόστολος Πίτσος μεγάλωσε ουσιαστικά μέσα στην οικογενειακή επιχείρηση, παρακολουθώντας από παιδί την ανάπτυξή της και μαθαίνοντας όλα τα στάδια της παραγωγής.
Φοίτησε στη Γερμανική Σχολή, όπου για ένα διάστημα υπήρξε συμμαθητής του μετέπειτα πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη. Ξεχώρισε για τις επιδόσεις του και, γνωρίζοντας από νωρίς ότι ήθελε να ασχοληθεί με τη βιομηχανία, συνέχισε στο Πρακτικό Λύκειο, με στόχο να εισαχθεί στο Πολυτεχνείο.
Τα σχέδιά του άλλαξαν όταν ο πατέρας του τραυματίστηκε σοβαρά στα μάτια. Ο νεαρός Απόστολος ταξίδεψε μαζί του στη Βιέννη, αναζητώντας τη βοήθεια ενός διακεκριμένου γιατρού. Παρά τις προσπάθειες, η βλάβη στην όραση του Σταμάτιου Πίτσου ήταν ανεπανόρθωτη.
Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τον Απόστολο να ωριμάσει πρόωρα. Παράλληλα με το σχολείο, άρχισε να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην οικογενειακή επιχείρηση και να σηκώνει ευθύνες πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που αντιστοιχούσαν στην ηλικία του.
Μέσα από τη δουλειά γνώρισε έναν Γερμανό προμηθευτή μηχανημάτων, ο οποίος του πρότεινε να εργαστεί στο εργοστάσιό του στη Σαξονία και να προετοιμαστεί για τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο.
Το 1937 ο Απόστολος Πίτσος έφυγε για τη Γερμανία. Εκεί ήρθε σε άμεση επαφή με τη γερμανική βιομηχανική νοοτροπία, την οργάνωση της παραγωγής και την έμφαση στην ποιότητα. Σπούδασε μηχανολόγος, όμως το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στο αντιαεροπορικό πυροβολικό στο Μενίδι. Στα χρόνια της Κατοχής, οι γερμανικές δυνάμεις επίταξαν το μισό εργοστάσιο, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα η οικογένεια Πίτσου συνέχισε με μεγάλες δυσκολίες τη λειτουργία της επιχείρησης, έχοντας στη διάθεσή της ελάχιστους εργαζομένους.
Η μεταπολεμική ανάπτυξη και το «Πίτσος – Εμπιστοσύνη»
Μετά το τέλος του πολέμου, η Ελλάδα εισήλθε σε μια μακρά περίοδο ανοικοδόμησης. Μαζί της αναπτύχθηκε και η «Πίτσος», η οποία είχε πλέον στο τιμόνι της τον Απόστολο Πίτσο.
Το 1959 εγκαινιάστηκε το νέο εργοστάσιο σε ιδιόκτητη έκταση στην περιοχή του Ρέντη. Εκεί ξεκίνησε η παραγωγή ψυγείων και θερμαστρών πετρελαίου, σηματοδοτώντας την είσοδο της εταιρείας σε μια νέα εποχή.
Με το άνοιγμά της στην αγορά των λευκών συσκευών, η «Πίτσος» βρέθηκε απέναντι στην ήδη ισχυρή Ιζόλα της οικογένειας Δράκου, ενώ αργότερα στον ανταγωνισμό μπήκε και η Εσκιμό.
Στις σύγχρονες γραμμές παραγωγής του Ρέντη κατασκευάστηκε το πρώτο ηλεκτρικό ψυγείο της εταιρείας. Ακολούθησαν οι καταψύκτες, οι ηλεκτρικές κουζίνες και, αργότερα, οι πρώτες ασπρόμαυρες τηλεοράσεις.
Η ποιότητα κατασκευής και η ανθεκτικότητα των προϊόντων δημιούργησαν σταδιακά τη μεγάλη φήμη της εταιρείας. Τότε καθιερώθηκε και το σύνθημα «Πίτσος – Εμπιστοσύνη», το οποίο έμεινε για δεκαετίες χαραγμένο στη μνήμη των Ελλήνων καταναλωτών.
Ήταν η περίοδος κατά την οποία τα ελληνικά σπίτια εξηλεκτρίζονταν και τα νοικοκυριά αποκτούσαν σταδιακά μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα. Το ψυγείο και η ηλεκτρική κουζίνα δεν θεωρούνταν ακόμη αυτονόητες αγορές, αλλά σημαντικές οικογενειακές επενδύσεις.
Για αυτόν τον λόγο, οι συσκευές έπρεπε να έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής. Τα προϊόντα της «Πίτσος» σχεδιάζονταν και κατασκευάζονταν με στόχο να αντέχουν για πολλά χρόνια, κάτι που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Καθοριστική ήταν και η σχέση που είχε οικοδομήσει ο Απόστολος Πίτσος με τους εργαζομένους του. Ως επιχειρηματίας παλαιάς κοπής, πίστευε ότι ένας ικανοποιημένος εργαζόμενος μπορούσε να αποδώσει καλύτερα και να συμβάλει ουσιαστικά στην ποιότητα της παραγωγής.
Περισσότερες από 2.000 οικογένειες ζούσαν τότε από την εταιρεία. Ο Απόστολος Πίτσος είχε καθιερώσει σειρά παροχών για το προσωπικό, όπως δώρα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οργανωμένες εκδρομές και παιδικές κατασκηνώσεις.
Το 1965, συμπληρώνοντας έναν αιώνα λειτουργίας, η «Πίτσος» μπορούσε πλέον να προσφέρει ολοκληρωμένες λύσεις για το μαγείρεμα, το πλύσιμο και τη θέρμανση του σπιτιού. Τρία χρόνια αργότερα μπήκε και στον τομέα της οικιακής ψυχαγωγίας, παρουσιάζοντας τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις της.

Τα προϊόντα της Πίτσος μπήκαν σε κάθε ελληνικό σπίτι
Η συμφωνία με τη Siemens και η μεγάλη απόφαση της πώλησης
Η Μεταπολίτευση έφερε σημαντικές αλλαγές στο οικονομικό και εργασιακό περιβάλλον της χώρας. Η ενίσχυση του συνδικαλιστικού κινήματος συνοδεύτηκε από ουσιαστικές κατακτήσεις για τους εργαζομένους, αλλά και από νέες προκλήσεις για την ελληνική βιομηχανία, η οποία δεχόταν ήδη αυξανόμενη πίεση από τον διεθνή ανταγωνισμό.
Ο Απόστολος Πίτσος αντιλαμβανόταν ότι η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αγορά θα άλλαζε ριζικά τα δεδομένα. Έχοντας ισχυρούς δεσμούς με τη Γερμανία, άρχισε να αναζητά συνεργασία με έναν μεγάλο γερμανικό βιομηχανικό όμιλο.
Το 1974, μια χρονιά-ορόσημο για την εταιρεία, ξεκίνησε η συνεργασία με τη Siemens. Μέσα στα επόμενα χρόνια, οι Γερμανοί γνώρισαν από κοντά τη δύναμη του εμπορικού σήματος «Πίτσος», την τεχνογνωσία των εργαζομένων και τα υψηλά ποιοτικά πρότυπα του εργοστασίου.
Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1977, όταν ο Απόστολος Πίτσος αποδέχθηκε την πρόταση εξαγοράς. Η Bosch-Siemens Hausgeräte GmbH απέκτησε το 60% και η Siemens Hellas Α.Ε. το 20% της εταιρείας.
Ο ίδιος πίστευε ότι η πώληση αποτελούσε μονόδρομο για να εξασφαλιστεί η μακροχρόνια επιβίωση της επιχείρησης μέσα σε μια αγορά που άλλαζε ταχύτατα.
Μετά τη συμφωνία άνοιξε ένας νέος κύκλος για την «Pitsos». Το εργοστάσιο του Ρέντη εξελίχθηκε σταδιακά σε μία από τις βασικές παραγωγικές και εξαγωγικές μονάδες του γερμανικού ομίλου στην ευρύτερη περιοχή.
Οι νέοι ιδιοκτήτες εμπιστεύθηκαν στον Απόστολο Πίτσο τη διοίκηση της εταιρείας για τα πρώτα πέντε χρόνια μετά την εξαγορά. Ήταν μια περίοδος θετικών οικονομικών αποτελεσμάτων, ανάπτυξης και παρουσίασης νέων προϊόντων.

Το εργοστάσιο στου Ρέντη, το οποίο έκλεισε από τον γερμανικό όμιλο
Η συρρίκνωση, το κλείσιμο του εργοστασίου και οι τίτλοι τέλους
Τα επόμενα χρόνια καταγράφηκαν αρκετοί σημαντικοί σταθμοί. Το 1989 εισήχθη η τεχνολογία No Frost στα ψυγεία, ενώ το 1996 η εταιρεία μετονομάστηκε σε «BSP ΑΒΕ Οικιακών Συσκευών», από τα αρχικά των Bosch, Siemens και Pitsos.
Το 1998 προστέθηκαν τα προϊόντα Gaggenau και το 2002 τα προϊόντα Neff. Παράλληλα, κυκλοφόρησαν φούρνοι, κουζίνες και ψυγεία νέας τεχνολογίας, ενώ ακολούθησε η μετονομασία της επιχείρησης σε BSH Οικιακές Συσκευές Α.Β.Ε.
Ο Απόστολος Πίτσος παρακολουθούσε διακριτικά όλες αυτές τις εξελίξεις. Διατηρούσε το φυσικό ενδιαφέρον του ανθρώπου που είχε αφιερώσει τη ζωή του σε ένα μεγάλο επιχειρηματικό οικοδόμημα και, βλέποντας την εταιρεία να αναπτύσσεται, ένιωθε για πολλά χρόνια δικαιωμένος για την επιλογή του.
Σταδιακά, όμως, η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Τμήματα της παραγωγής του εργοστασίου του Ρέντη μεταφέρθηκαν στην Τουρκία και σε άλλες χώρες, με την ελληνική μονάδα να αποδυναμώνεται.
Η σύνδεση του εργοστασίου με τις δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί στο πλαίσιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού για το σκάνδαλο της Siemens δημιούργησε προσδοκίες για μετεγκατάσταση και ενίσχυσή του. Τα σχέδια αυτά, ωστόσο, δεν υλοποιήθηκαν.

Το 2014 ολοκληρώθηκε ο κύκλος της Siemens στην εταιρεία. Η BSH, η οποία μέχρι τότε ελεγχόταν ισόποσα από τη Bosch και τη Siemens, πέρασε εξ ολοκλήρου στον έλεγχο της Bosch.
Η παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα συνέχισε να περιορίζεται. Το χαρτοφυλάκιο κατασκευής ψυγείων μεταφέρθηκε στην Τουρκία και την Πολωνία, ο αριθμός των εργαζομένων μειώθηκε και οι οικονομικές επιδόσεις του ελληνικού βραχίονα υποχώρησαν αισθητά.
Το 2008, στην αρχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης, η εταιρεία είχε τζίρο 304 εκατομμυρίων ευρώ και κέρδη 23 εκατομμυρίων. Το 2020, την τελευταία χρονιά της παραγωγικής λειτουργίας, ο κύκλος εργασιών είχε περιοριστεί στα 153,9 εκατομμύρια ευρώ, ενώ είχαν καταγραφεί ζημίες 3 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα σχέδια για το κλείσιμο του εργοστασίου είχαν ανακοινωθεί ήδη από το 2017. Μετά από διαπραγματεύσεις δόθηκε παράταση λειτουργίας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020.
Τον Απρίλιο του 2021 έπεσαν οριστικά οι τίτλοι τέλους σε μια παραγωγική διαδρομή 156 ετών. Η εταιρεία διατήρησε στην Ελλάδα μόνο το εμπορικό τμήμα και τις υπηρεσίες εξυπηρέτησης πελατών.
Ο Απόστολος Πίτσος πέθανε την 1η Ιανουαρίου 2024, σε ηλικία 105 ετών. Έφυγε έχοντας προλάβει να δει το οικογενειακό εργαστήριο να μετατρέπεται σε μία από τις σημαντικότερες ελληνικές βιομηχανίες και το όνομα «Πίτσος» να γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας πολλών γενεών.
Η σημαντικότερη κληρονομιά του δεν περιορίζεται στις συσκευές που κατασκευάστηκαν στα εργοστάσια της εταιρείας. Βρίσκεται στη μνήμη μιας περιόδου κατά την οποία η Ελλάδα διέθετε ισχυρή εγχώρια βιομηχανική παραγωγή και ελληνικά προϊόντα ικανά να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.









































































































