Σπάνιες εικόνες: Έτσι ήταν το κελί του Αγίου Παϊσίου στον Τίμιο Σταυρό – Το λιτό εσωτερικό που προκαλεί δέος
Λίγα αντικείμενα, ένα μικρό εκκλησάκι και χώροι απόλυτης λιτότητας συνέθεταν το κελί όπου έζησε ο Άγιος Παΐσιος, μακριά από κάθε άνεση και πολυτέλεια.
Ο Άγιος Παΐσιος θεωρείται ένας από τους πιο αγαπητούς σύγχρονους Αγίους της Ορθοδοξίας, με τα λόγια, τις διδαχές και τις συμβουλές του να συνεχίζουν να προσφέρουν γαλήνη και παρηγοριά σε χιλιάδες ανθρώπους.
Ιδιαίτερη συγκίνηση και δέος προκαλεί μέχρι σήμερα το κελί του Αγίου Παϊσίου, ο χώρος στον οποίο πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του, προσευχόμενος και υποδεχόμενος όσους έφταναν μέχρι εκεί για να ζητήσουν τη βοήθεια και την καθοδήγησή του.
Το μονοπάτι που οδηγούσε στο κελί
Η διαδρομή προς το κελί ξεκινούσε από τον δρόμο που συνδέει τη Μονή Σταυρονικήτα με τις Καρυές. Λίγο μετά το προσκυνητάρι, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, άρχιζε ένα στενό μονοπάτι.

Το μονοπάτι περνούσε μέσα από χαμηλή βλάστηση, κουμαριές, άρια και ρείκια, ακολουθώντας μια δύσκολη πορεία με συνεχείς ανηφόρες και κατηφόρες πάνω σε ανώμαλο έδαφος.
Στο τέλος της διαδρομής εμφανιζόταν ένα μικρό Καλύβι, περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Δίπλα στην είσοδο υπήρχε ένα ξύλινο κουτί με σχισμή, που έμοιαζε με γραμματοκιβώτιο.
Πάνω του βρισκόταν ένα σημείωμα, στο οποίο αναγραφόταν περίπου το εξής:
«Σημειώστε στο χαρτί τι θέλετε να συζητήσουμε και βάλτε το μέσα στο κουτί. Περισσότερο θα ωφεληθείτε από την προσευχή παρά από τη συζήτηση».
Ένα σύρμα, δεμένο επάνω στην περίφραξη, λειτουργούσε ως απλός μηχανισμός ειδοποίησης. Όταν ο επισκέπτης το τραβούσε, χτυπούσε ένα καμπανάκι και ο Γέροντας καταλάβαινε ότι κάποιος είχε φτάσει στο κελί.

Η αυλή με τις ελιές και τα κλήματα
Κατά μήκος του μονοπατιού υπήρχε ένας μεγάλος σωρός από ξύλα. Ο Άγιος Παΐσιος τα είχε τοποθετήσει σκόπιμα στο συγκεκριμένο σημείο, ώστε να μη γίνεται εύκολα αντιληπτός όταν μετακινούνταν από το κελί προς το εργαστήριό του.
Κατηφορίζοντας προς το Καλύβι, στη δεξιά πλευρά και κάτω από τη σκιά μιας ελιάς, βρισκόταν ένα μικρό τραπέζι μαζί με δύο ή τρία αυτοσχέδια καθίσματα. Εκεί ήταν το θερινό Αρχονταρίκι του, όπου δεχόταν τους επισκέπτες κατά τους θερμότερους μήνες.
Στην αριστερή πλευρά βρισκόταν ο τάφος του παπα-Τύχωνα. Γύρω από τον τάφο, ο Γέροντας είχε φυτέψει δενδρολίβανα, ώστε το σημείο να ξεχωρίζει και να μην πατιέται από όσους περνούσαν.
Τρία ή τέσσερα σκαλοπάτια οδηγούσαν σε έναν στενό διάδρομο, ο οποίος βρισκόταν πριν από την κεντρική είσοδο, ανάμεσα στο σπίτι και σε ένα πεζούλι. Στα δύο άκρα του υπήρχαν πόρτες, οι οποίες έκλειναν για να περιορίζεται το δυνατό ρεύμα του αέρα.
Αυτό ήταν το κελί του Αγίου Παϊσίου στον Τίμιο Σταυρό

Στα αριστερά υπήρχε ένα εντελώς πρωτόγονο μαγειρείο. Επρόκειτο για μια μικρή θέση επάνω στο πεζούλι, τόσο μεγάλη όσο χρειαζόταν για να τοποθετηθεί μία κατσαρόλα, ενώ ακριβώς από κάτω υπήρχε χώρος για να ανάβει η φωτιά.
Πριν από την είσοδο της Καλύβης βρισκόταν ένα μικρό υπόστεγο. Ο προσκυνητής, περνώντας την κεντρική θύρα, έμπαινε σε έναν στενό προθάλαμο, περίπου ενός βήματος σε πλάτος και τριών βημάτων σε μήκος.
Το φως έμπαινε από ένα πολύ μικρό παράθυρο. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο βρισκόταν το προσωπικό κελί του Γέροντα, ενώ στα αριστερά ήταν χτισμένο το μικρό Εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού.
Στο εσωτερικό του υπήρχαν μόλις τρεις ή τέσσερις εικόνες στο τέμπλο, ένα στασίδι και ένα αναλόγιο. Τίποτε περισσότερο δεν ήταν απαραίτητο για την προσευχή και την καθημερινή λατρεία.
Η εικόνα του χώρου αποτύπωνε απόλυτα την εντυπωσιακή απλότητα με την οποία επέλεγε να ζει ο Άγιος Παΐσιος.
Λίγα μέτρα δυτικότερα από την κεντρική είσοδο υπήρχε ακόμη μία εξωτερική πόρτα. Από εκεί ο επισκέπτης μπορούσε να περάσει στο εργαστήριο και στο Αρχονταρίκι.
Το Αρχονταρίκι ήταν ένα μικρό και φτωχικό κελί, με χαμηλό ταβάνι κατασκευασμένο από καλάμια και χώμα. Στο εσωτερικό του υπήρχαν δύο πολύ στενά κρεβάτια, τοποθετημένα σε ελάχιστη απόσταση το ένα από το άλλο.
Ο χώρος ανάμεσά τους ήταν τόσο περιορισμένος, ώστε μόλις και μετά βίας μπορούσε να σταθεί όρθιος ένας άνθρωπος.
Η λιτή φιλοξενία του Αγίου Παϊσίου
Το μικρό Καλυβάκι του Τιμίου Σταυρού δεν διέθετε τις υποδομές για να φιλοξενεί πολλούς ανθρώπους. Ο Γέροντας ακολουθούσε αυστηρό ησυχαστικό πρόγραμμα και δεχόταν επισκέπτες με μεγάλη διάκριση, κυρίως όταν θεωρούσε ότι υπήρχε πραγματική ανάγκη.
Παρά την έλλειψη χώρου και ανέσεων, η διάθεσή του να προσφέρει φιλοξενία ήταν απεριόριστη. Σε επιστολή του, με ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 1971, έγραφε χαρακτηριστικά:
«…Έχω όλη την αγαθήν προαίρεσιν να σας φιλοξενώ με όλην την γύφτικήν μου φιλοξενία στην Καλύβη μου και να είμαι δικός σας, όχι ο μισός Παΐσιος, αλλά ολόκληρος. Όποτε θέλετε να μην διστάζετε, (διότι όταν θα καταλάβω ότι διστάζετε, θα στενοχωρηθώ). Μόνον τώρα τον χειμώνα, έναν μόνον δέχεται η Καλύβη. Δυστυχώς, η Καλύβη μου δεν συμφωνεί με την καρδιά μου».
Τα λόγια αυτά αποκαλύπτουν το μέγεθος της αγάπης του για τους ανθρώπους. Παρόλο που το ταπεινό κελί του δεν μπορούσε να χωρέσει πολλούς επισκέπτες, η καρδιά του ήταν πάντοτε ανοιχτή σε όσους αναζητούσαν παρηγοριά, συμβουλή και πνευματική στήριξη.

Το κελί του Αγίου Παϊσίου στον τίμιο Σταυρό: Σπάνιες φωτογραφίες από το εσωτερικό του
Ανατολικά του Κελιού υπήρχε στέρνα με βρόχινο νερό πού συγκεντρωνόταν από τη σκεπή με λούκια. Από αυτό έπινε και προσέφερε και στους επισκέπτες. Πιο πέρα υπήρχε άλλη ανοιχτή μεγαλύτερη στέρνα για άρδευση, πού ποτέ δεν χρησιμοποίησε, γιατί δεν καλλιεργούσε κήπο. Εξωτερικά, η ζωή του Γέροντα στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού ήταν περίπου η εξής:
Αποβραδίς κοιμόταν δυό τρεις ώρες και ξυπνούσε κοντά στα μεσάνυχτα. Έκανε αγρυπνία και ξεκουραζόταν λίγο το πρωί, πριν από το φώτισμα.
Την ήμερα, αν δεν είχε επισκέπτες, έκανε εργόχειρο: Σταμπωτά εικονάκια και Σταυρούς στην πρέσσα.
Τις υπόλοιπες ώρες μελετούσε, προσευχόταν και απαντούσε στα πολλά γράμματα που ελάμβανε από πλήθος ανθρώπων που παρακαλούσαν για προσευχή ή ζητούσαν απάντηση σε σοβαρά προβλήματα. Έγραφε επί ώρες την ημέρα και όταν σκοτείνιαζε συνέχιζε με το κερί.
Με την πάροδο των ετών οι επισκέπτες αυξήθηκαν κατά πολύ. Πολλές ώρες τον απασχολούσαν με τα προβλήματα τους.

Για ένα διάστημα, δύο ημέρες την εβδομάδα (Τετάρτη και Παρασκευή), παρέμενε έγκλειστος. Δεν άνοιγε σε κανένα. Νήστευε, προσευχόταν και έκανε λεπτή πνευματική εργασία στον εαυτό του. Είχε και ένα πολύ μικρό Καλυβάκι στο δάσος, προς το ρέμα, πρόχειρα φτιαγμένο, σκεπασμένο με λαμαρίνα, κοντά σε μια πηγούλα, και μερικές φορές αποσυρόταν σε αυτό για περισσότερη ησυχία. Μετά τον εγκλεισμό ή την απουσία του, έπαιρνε τα σημειώματα των επισκεπτών και έκανε γι’ αυτούς προσευχή καρδιακή.

Συνήθως ελειτουργείτο και κοινωνούσε στο Μοναστήρι (Σταυρονικήτα). Έκανε, όμως, κατά διαστήματα και στο Εκκλησάκι του θεία Λειτουργία ή πήγαινε κάπου-κάπου και σε γνωστά του Κελιά να λειτουργηθεί.
Μάζευε ελιές και κάποιες φορές, με ένα πρωτόγονο και πρωτότυπο ελαιοτριβείο, δικής του επινοήσεως και κατασκευής, έβγαζε λίγο λάδι για τα καντήλια της Εκκλησίας. Έδινε ελιές σε πτωχούς ασκητές και γεροντάκια της Καψάλας. Τους επισκεπτόταν για να ωφελείται και να τους βοηθά σε ό,τι μπορούσε.

Με μαγειρέματα δεν καταπιανόταν, εκτός αν, πολύ σπάνια, φιλοξενούσε κάποιον.
Κάποτε φιλοξένησε γνωστό του νέο. Έβαλε να μαγειρέψει. Στούμπισε λίγες φακές, έβαλε και λίγο ρύζι στην κατσαρόλα, το ανάλογο νερό και άναψε τη φωτιά με ένα δεματάκι φρύγανα από ρείκια και σουσούρια, που αφθονούν στην περιοχή. Κάθισαν πιο πέρα και συνομιλούσαν. Ο νέος νόμισε ότι ο Γέροντας απορροφήθηκε από τη συζήτηση και λησμόνησε το μαγείρεμα. Σε λίγο, όμως, το φαγητό ήταν έτοιμο. Δεν χρειάσθηκε ούτε ανακάτεμα. Τόσο απλή ήταν η μαγειρική του.



Το κελί του Αγίου Παϊσίου στον τίμιο Σταυρό: Σπάνιες φωτογραφίες από το εσωτερικό του

Έκαναν τον Εσπερινό με κομποσκοίνι. Ο νέος στο Εκκλησάκι και ο Γέροντας στο κελί του, οπού διάβασε και το Θεοτοκάριο. Ύστερα παρέθεσε τράπεζα και δεν έπαυε, με αγάπη πατρική, να συμβουλεύει και να νουθετεί τον νέο. Το φαγητό ανέλαιο, αλλά πολύ γευστικό. Εντύπωση προξένησε η ήρεμη συντριβή του, όταν είπε την προσευχή της τραπέζης. Συγκεντρώθηκε στον εαυτό του σαν να αποσπάστηκε από τα γήινα και σαν να μεταφέρθηκε μπροστά στον Χριστό. Μετά το δείπνο βγήκε να ταΐσει τα άγρια ζώα, τα οποία καλούσε καθένα με το όνομά του. Κατά το ηλιοβασίλεμα, έκαναν μια ώρα κομποσκοίνι στην αυλή χωριστά και ύστερα, ο Γέροντας, αφού τακτοποίησε τον επισκέπτη στο Αρχονταρίκι, αποσύρθηκε στο κελί του.

Σε αυτό το φτωχικό Καψαλιώτικο Καλυβάκι ασκείτο ο Γέροντας. «Εν λάκκω κατωτάτω», αλλά με πολιτεία υψηλή, με προσευχή αδιάλειπτη, μόνος με μόνο τον Θεό και τρεφόμενος με τη χάρι Του. Πάμπτωχος από υλικά και ανέσεις, αλλά πλούσιος από αρετές και θεία χάρι. Έλειωνε τον εαυτό του στην άσκηση και ανέπαυε πνευματικά κάθε άνθρωπο. Αλγούσε ο ίδιος για τον πόνο και τις αμαρτίες των ανθρώπων και ταυτοχρόνως τους μετάγγιζε χαρά και παρηγοριά. Πάλευε με δαίμονες, συνομιλούσε με Αγίους, συναναστρεφόταν με άγρια ζώα και βοηθούσε πνευματικά τους ανθρώπους.


Πληροφορίες: Από το βιβλίο «Βίος Ιερομονάχου Παϊσίου του Αγιορείτου» του Ιερομονάχου Ισαάκ
Φωτογραφίες Κελιού: keliotis (30 Ιουνίου 2010)
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.












































































































