Δημογραφικό σοκ στην Ελλάδα: Οι γεννήσεις κατέρρευσαν από 117.600 σε μόλις 65.000 – Σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία γίνονται μητέρες οι Ελληνίδες
Από τις 117.600 γεννήσεις τον χρόνο το 2008-2009, η Ελλάδα υποχώρησε στις περίπου 65.000 το 2025-2026, καταγράφοντας μια δραματική πτώση της τάξης του 44% μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες.
Το δημογραφικό πρόβλημα αποκτά πλέον εκρηκτικές διαστάσεις, καθώς η μείωση των γεννήσεων συνδυάζεται με τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση των θανάτων και τη συρρίκνωση των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία.
Την ίδια στιγμή, οι Ελληνίδες αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία, ενώ η χώρα καταγράφει μία από τις εντονότερες μειώσεις γεννήσεων μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από τις 117.600 γεννήσεις στις περίπου 65.000
Τις μεγάλες αλλαγές που σημειώθηκαν στη γεννητικότητα κατά την τελευταία εικοσαετία περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρωνας Κοτζαμάνης, βασιζόμενος στις αναλύσεις του Ινστιτούτου.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια πρωτοφανή υποχώρηση. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα ανέρχονταν κατά μέσο όρο στις 117.600 ετησίως το 2008 και το 2009, ενώ για το 2025 και το 2026 εκτιμάται ότι θα περιοριστούν στις περίπου 65.000 τον χρόνο.
Πρόκειται για μείωση περίπου 44%, η οποία δείχνει ότι μέσα σε μόλις 17 χρόνια η χώρα έχασε σχεδόν τις μισές ετήσιες γεννήσεις της.
Παράλληλα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιών συνεχίζει να μετατοπίζεται προς τα πάνω. Από τα 30,2 και 30,3 έτη το 2008 και το 2009, αντίστοιχα, έχει φτάσει στα 32,2 και 32,3 έτη το 2025 και το 2026.
Η υποχώρηση ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980
Η κάμψη των γεννήσεων δεν είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο. Ξεκίνησε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και συνεχίζεται σχεδόν αδιάκοπα μέχρι σήμερα.
Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η περίοδος από το 2003 έως το 2009, όταν καταγράφηκε μια μικρή και προσωρινή αύξηση.
Σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, βασική αιτία της μακροχρόνιας πτώσης είναι η μείωση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1960, δηλαδή η υποχώρηση του συνολικού αριθμού παιδιών που απέκτησαν στη διάρκεια της ζωής τους.
Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά. Αντίθετα, εκείνες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 αναμένεται να αποκτήσουν λιγότερα από 1,5 παιδιά.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα γενιά γυναικών αποκτά λιγότερους απογόνους από την προηγούμενη, με αποτέλεσμα η πληθυσμιακή ανανέωση να γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Μειώθηκαν κατά 480.000 οι γυναίκες ηλικίας 25 έως 44 ετών
Στην πρόσφατη κατάρρευση των γεννήσεων συνέβαλε καθοριστικά και η σημαντική μείωση του αριθμού των γυναικών που βρίσκονται στις βασικές αναπαραγωγικές ηλικίες.
Μεταξύ του 2008-2009 και του 2025-2026, οι γυναίκες ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκαν κατά περίπου 480.000, δηλαδή κατά 28%.
Η συρρίκνωση αυτής της ηλικιακής ομάδας οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι φτάνουν πλέον σε ηλικία τεκνοποίησης πολύ λιγότερα άτομα, καθώς μετά το 1980 οι γεννήσεις άρχισαν να υποχωρούν σταθερά.
Δευτερεύοντα, αλλά σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η μετανάστευση. Κατά την τελευταία δεκαπενταετία έφυγε από τη χώρα ένα μέρος των ήδη ολιγοπληθέστερων γενεών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα πριν από 25 έως 45 χρόνια.
Μαζί τους αποχώρησαν και πολλοί αλλοδαποί αντίστοιχων ηλικιών, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα κυρίως μετά το 1990.
Μόλις 1,24 παιδιά ανά γυναίκα
Μεγάλες αλλαγές καταγράφονται και στους συγχρονικούς δείκτες γονιμότητας.
Το 2008 και το 2009 αντιστοιχούσαν περίπου 1.500 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες. Το 2025 και το 2026 ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι έχει περιοριστεί στα 1.240 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες.
Με απλά λόγια, ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα κινείται πλέον γύρω στο 1,24, πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών, το οποίο υπολογίζεται περίπου στα 2,1 παιδιά.
Την ίδια περίοδο, το ειδικό βάρος των γεννήσεων εκτός γάμου υπερδιπλασιάστηκε, αυξανόμενο από τις 7.400 στις περίπου 17.800 γεννήσεις.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι 10 στα 100 παιδιά γεννιούνται πλέον με τη βοήθεια μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, στοιχείο που συνδέεται και με τη διαρκή αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης.
Επιπλέον, 63 στα 100 παιδιά γεννιούνται με καισαρική τομή, ενώ περίπου μία στις επτά γεννήσεις στην Ελλάδα προέρχεται από αλλοδαπή μητέρα.
Μόνο τρεις στις δέκα μητέρες είναι κάτω των 30 ετών
Εντυπωσιακές είναι και οι αλλαγές στην κατανομή των γεννήσεων ανάλογα με την ηλικία της μητέρας.
Σήμερα, μόλις το 30% των παιδιών γεννιέται από γυναίκες ηλικίας κάτω των 30 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2008 και το 2009 έφτανε το 43%, ενώ το 1980 ανερχόταν στο εντυπωσιακό 78%.
Αντίθετα, αυξάνονται σημαντικά οι γεννήσεις από γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω.
Το 2008 και το 2009 αντιπροσώπευαν το 4,5% του συνόλου, ενώ το 2025 και το 2026 εκτιμάται ότι έχουν φτάσει στο 11,2%.
Το ποσοστό αυτό έχει σχεδόν τριπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες και έχει εξαπλασιαστεί σε σχέση με το 1980, όταν οι γεννήσεις από μητέρες άνω των 40 ετών περιορίζονταν στο 1,8%.
Δεν είναι τυχαίο ότι, ανάμεσα στο 2008-2009 και το 2025-2026, αύξηση των γεννήσεων καταγράφεται μόνο στις ηλικιακές ομάδες 40-44 και 45-49 ετών.
Σε όλες τις μικρότερες ηλικίες, οι γεννήσεις έχουν μειωθεί.
Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή αλλάζει την ηλικία τεκνοποίησης
Οι αλλαγές των τελευταίων είκοσι ετών συνδέονται, σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, με δύο παράλληλες εξελίξεις.
Η πρώτη είναι η γρήγορη μείωση της γονιμότητας των γενεών που γεννήθηκαν μετά το 1960, δηλαδή του συνολικού αριθμού παιδιών που αποκτούν.
Η δεύτερη είναι η συνεχής μετάθεση της απόκτησης παιδιών σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Η εξέλιξη αυτή «διευκολύνθηκε» και από τις σημαντικές προόδους στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, στην οποία προσφεύγουν ολοένα περισσότερα ζευγάρια που αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία.
Ωστόσο, η δυνατότητα τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες δεν αναπληρώνει την απώλεια των γεννήσεων στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, ούτε μπορεί να αντιστρέψει από μόνη της τη συνολική δημογραφική πορεία.
Η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη πτώση γεννήσεων στην ΕΕ
Η Ελλάδα διαφοροποιείται αρνητικά σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Με εξαίρεση τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, η χώρα μας καταγράφει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση γεννήσεων μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27, τόσο κατά την περίοδο από το 1980 έως το 2008-2009 όσο και από το 2008-2009 έως το 2025-2026.
Στην πρώτη περίοδο, η μείωση έφτασε περίπου το 20%, ενώ στη δεύτερη άγγιξε το 45%.
Η Ελλάδα ανήκει επίσης στη μικρή ομάδα χωρών όπου σημειώθηκε η μεγαλύτερη μείωση του αριθμού των παιδιών ανάμεσα στις γυναίκες που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και σε εκείνες που γεννήθηκαν τριάντα χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Παράλληλα, καταγράφεται μία από τις ταχύτερες αυξήσεις της μέσης ηλικίας τεκνοποίησης.
Η ηλικία απόκτησης παιδιών αυξήθηκε κατά περισσότερα από πέντε χρόνια ανάμεσα στις γυναίκες που γεννήθηκαν το 1952 και σε εκείνες που γεννήθηκαν το 1982.
Η μετανάστευση μετά το 2010 επιδείνωσε την κατάσταση
Ο Βύρωνας Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι οι διαφοροποιημένες μεταβολές που σημειώθηκαν στην Ελλάδα, τόσο ως προς τον αριθμό των παιδιών που αποκτούν οι γυναίκες όσο και ως προς την ηλικία τεκνοποίησης, οδήγησαν στη νέα κατάρρευση των γεννήσεων μετά το 2008 και το 2009.
Η εξέλιξη αυτή επιταχύνθηκε από τη μαζική μετανάστευση μετά το 2010, η οποία περιόρισε ακόμη περισσότερο τον αριθμό των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Όπως τονίζει χαρακτηριστικά:
«Οι διαφοροποιημένες στην Ελλάδα μεταβολές σε σχέση με άλλες χώρες τόσο της γονιμότητας των γενεών (μείωση του αριθμού των παιδιών που απέκτησαν) όσο και της ηλικίας στην απόκτησή τους (αύξηση) προκάλεσαν και την εκ νέου κατάρρευσή των γεννήσεων μετά το 2008-2009, μια κατάρρευση που επιτάχυνε η μετά το 2010 μαζική μετανάστευση που περιόρισε ακόμη περισσότερο την αναπόφευκτη μείωση του πλήθους των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Η απουσία δε στη χώρα μας ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών από τις νεότερες γενεές που βρίσκονται σε ηλικία δημιουργία οικογένειας μετά το 2005 (όσους-ες δηλαδή γεννήθηκαν μετά το 1980) σε συνδυασμό με- εκτός των άλλων- την αύξηση της ανεργίας, τις δυσκολίες σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας, την μείωση των πραγματικών εισοδημάτων και, μετά το 2020 την στεγαστική κρίση -ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντα στα οποία είναι κυρίως συγκεντρωμένες οι γενεές αυτές-, ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την αίσθηση ανασφάλειάς για το μέλλον επηρεάζοντας αναπόφευκτα τόσο την δημιουργία οικογένειας όσο και την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού απογόνων».
Ανεργία, χαμηλά εισοδήματα και στεγαστική κρίση
Η απουσία ενός σταθερού και υποστηρικτικού περιβάλλοντος για τη δημιουργία οικογένειας θεωρείται ένας από τους βασικότερους παράγοντες επιδείνωσης του δημογραφικού.
Οι νεότερες γενιές, κυρίως όσοι γεννήθηκαν μετά το 1980 και βρίσκονται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας από το 2005 και μετά, ήρθαν αντιμέτωπες με διαδοχικές κρίσεις.
Η αύξηση της ανεργίας, η δυσκολία σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας, η μείωση των πραγματικών εισοδημάτων και η γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια επηρέασαν τις αποφάσεις τους για γάμο και τεκνοποίηση.
Μετά το 2020 προστέθηκε και η στεγαστική κρίση, η οποία είναι ιδιαίτερα έντονη στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος των νεότερων γενεών.
Το υψηλό κόστος ενοικίων, η δυσκολία απόκτησης κατοικίας και η αβεβαιότητα για το μέλλον λειτουργούν αποτρεπτικά για τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το δημογραφικό δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή απειλή, αλλά μια κρίση που εξελίσσεται ήδη και επηρεάζει άμεσα την οικονομία, το ασφαλιστικό σύστημα, την αγορά εργασίας, την εκπαίδευση και τη συνολική προοπτική της χώρας.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.












































































































