Σαν σήμερα 9 Αυγούστου: Η άγρια δολοφονία της εγκύου Σάρον Τέιτ – Τι απέγιναν οι δολοφόνοι της «Οικογένειας Μάνσον»
Οκτώμισι μηνών έγκυος και μόλις 26 ετών, η Σάρον Τέιτ δολοφονήθηκε άγρια μέσα στο σπίτι της μαζί με ακόμη τέσσερις ανθρώπους, σε ένα έγκλημα που σημάδεψε για πάντα το Χόλιγουντ.
Ήταν οι πρώτες ώρες της 9ης Αυγούστου 1969, όταν μέλη της περιβόητης «Οικογένειας Μάνσον» εισέβαλαν στην πολυτελή κατοικία του Cielo Drive στο Λος Άντζελες και εξαπέλυσαν μια δολοφονική επίθεση που έμεινε στην ιστορία.

Η Σάρον Τέιτ, μία από τις ανερχόμενες ηθοποιούς της εποχής, και τέσσερις ακόμη άνθρωποι βρήκαν φρικτό θάνατο από τους ακολούθους του Τσαρλς Μάνσον.
Ο ίδιος ο Μάνσον δεν βρισκόταν στο σπίτι τη νύχτα της σφαγής. Ήταν, ωστόσο, εκείνος που έστειλε τους ανθρώπους του στη συγκεκριμένη διεύθυνση και αργότερα καταδικάστηκε για τον σχεδιασμό των εγκλημάτων.
Η υπόθεση εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο διαβόητα εγκλήματα του 20ού αιώνα, όχι μόνο λόγω της πρωτοφανούς αγριότητάς της, αλλά και επειδή ένωσε με τον πιο σκοτεινό τρόπο δύο διαφορετικούς κόσμους της Αμερικής του 1969: τη λάμψη του Χόλιγουντ και την επικίνδυνη πλευρά της αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60.
Η καριέρα της Σάρον Τέιτ που μόλις απογειωνόταν
Η Σάρον Τέιτ δεν είχε προλάβει ακόμη να γίνει μία από τις μεγάλες σταρ του Χόλιγουντ. Είχε, όμως, ήδη κερδίσει το ενδιαφέρον των κινηματογραφικών στούντιο, τα οποία έβλεπαν στο πρόσωπό της μία από τις πιο πολλά υποσχόμενες ηθοποιούς της νέας γενιάς.

Είχε εμφανιστεί στην ταινία «The Fearless Vampire Killers» του Ρόμαν Πολάνσκι, ενώ είχε ξεχωρίσει ιδιαίτερα με τη συμμετοχή της στο «Valley of the Dolls», που κυκλοφόρησε το 1967.
Η ερμηνεία της στη συγκεκριμένη παραγωγή τής χάρισε υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία της νέας ηθοποιού της χρονιάς, ενισχύοντας την εικόνα ότι βρισκόταν μπροστά σε μια σπουδαία καριέρα.
Το 1968 παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Ρόμαν Πολάνσκι και έναν χρόνο αργότερα το ζευγάρι περίμενε το πρώτο του παιδί. Το καλοκαίρι του 1969, ο Πολάνσκι βρισκόταν στο Λονδίνο λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, ενώ η Τέιτ είχε παραμείνει στο Λος Άντζελες και περίμενε να γεννήσει.

Το βράδυ της 8ης Αυγούστου, η ηθοποιός βρισκόταν στο σπίτι μαζί με τρεις φίλους της. Επρόκειτο για τον γνωστό κομμωτή του Χόλιγουντ Τζέι Σέμπρινγκ, τον Πολωνό Βόιτσεκ Φρικόφσκι και την Αμπιγκέιλ Φόλγκερ, κληρονόμο της οικογένειας που είχε δημιουργήσει τον καφέ Folgers.
Κανένας από αυτούς δεν είχε κάποια ουσιαστική σχέση με τον Τσαρλς Μάνσον ή με τους ανθρώπους που είχε συγκεντρώσει γύρω του.
Οι τέσσερις ακόλουθοι που έφτασαν στο Cielo Drive
Το ίδιο βράδυ, ο Τσαρλς Μάνσον έδωσε εντολή σε τέσσερα μέλη της ομάδας του να μεταβούν στο Cielo Drive. Ήταν ο Τσαρλς «Τεξ» Γουότσον, η Σούζαν Άτκινς, η Πατρίσια Κρένγουινκελ και η Λίντα Κασάμπιαν.

Η Λίντα Κασάμπιαν παρέμεινε κατά κύριο λόγο έξω από την κατοικία, ενώ οι υπόλοιποι εισέβαλαν στην ιδιοκτησία.
Το πρώτο θύμα ήταν ο 18χρονος Στίβεν Πάρεντ, ένας νεαρός που δεν γνώριζε τη Σάρον Τέιτ και δεν είχε καμία σύνδεση με τον κύκλο της. Είχε επισκεφθεί τον νεαρό άνδρα που έμενε στον ξενώνα της ιδιοκτησίας και έτυχε να αναχωρεί ακριβώς τη στιγμή που έφτασαν οι δολοφόνοι.
Στη συνέχεια, μέσα και γύρω από την κατοικία, δολοφονήθηκαν η Σάρον Τέιτ, ο Τζέι Σέμπρινγκ, ο Βόιτσεκ Φρικόφσκι και η Αμπιγκέιλ Φόλγκερ.
Το επόμενο πρωί, η οικιακή βοηθός έφτασε στο σπίτι και αντίκρισε τη φρικτή σκηνή. Αμέσως ειδοποίησε τις Αρχές, ενώ στην εξώπορτα της κατοικίας οι δολοφόνοι είχαν γράψει με αίμα τη λέξη «PIG».
Γιατί επέλεξε ο Μάνσον το συγκεκριμένο σπίτι
Ένα από τα πιο παράξενα στοιχεία της υπόθεσης είναι ότι η Σάρον Τέιτ δεν αποτελούσε προσωπικό στόχο του Τσαρλς Μάνσον.

Πριν εγκατασταθούν εκεί η Τέιτ και ο Ρόμαν Πολάνσκι, στο σπίτι του 10050 Cielo Drive κατοικούσαν ο μουσικός παραγωγός Τέρι Μέλτσερ και η ηθοποιός Κάντις Μπέργκεν.
Ο Μάνσον, ο οποίος επιθυμούσε να ακολουθήσει καριέρα στη μουσική, είχε γνωρίσει τον Μέλτσερ μέσω του Ντένις Γουίλσον των Beach Boys. Ήλπιζε ότι ο γνωστός παραγωγός θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει μια δισκογραφική συμφωνία και να μπει στον χώρο της μουσικής βιομηχανίας.
Η συνεργασία που ονειρευόταν δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Το σπίτι στο Cielo Drive φαίνεται ότι παρέμεινε στη συνείδησή του συνδεδεμένο με έναν κόσμο που τον είχε απορρίψει και δεν του είχε προσφέρει την αναγνώριση που πίστευε ότι άξιζε.
Οι ακριβείς λόγοι για τους οποίους επέλεξε τη συγκεκριμένη κατοικία εξακολουθούν να προκαλούν συζητήσεις. Το βέβαιο είναι ότι οι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν εκεί δεν είχαν κάποια προσωπική διαφορά μαζί του.
Δεν επρόκειτο, μάλιστα, για μια απλή περίπτωση κατά την οποία ο Μάνσον δεν γνώριζε ότι ο Τέρι Μέλτσερ είχε μετακομίσει. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, είχε επισκεφθεί την ιδιοκτησία την άνοιξη του 1969 αναζητώντας τον παραγωγό, όταν η Σάρον Τέιτ και ο Ρόμαν Πολάνσκι είχαν ήδη εγκατασταθεί στο σπίτι.
Το «Helter Skelter» και η σκοτεινή θεωρία του Μάνσον
Κατά τη διάρκεια της δίκης, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως βασικό κίνητρο των δολοφονιών τη διαστρεβλωμένη θεωρία του Τσαρλς Μάνσον για το «Helter Skelter».
Ο Μάνσον έλεγε στους ακολούθους του ότι πλησίαζε ένας αποκαλυπτικός φυλετικός πόλεμος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, ερμήνευε τραγούδια των Beatles ως κρυφά μηνύματα που, κατά τη δική του αντίληψη, επιβεβαίωναν τις θεωρίες του.
Σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσίασε η εισαγγελία, οι άγριες δολοφονίες σχεδιάστηκαν με στόχο να προκαλέσουν ή να επιταχύνουν αυτή τη μεγάλη σύγκρουση.
Το «Helter Skelter» παραμένει μέχρι σήμερα η πιο γνωστή εξήγηση για τα εγκλήματα της «Οικογένειας Μάνσον». Δεν είναι, ωστόσο, η μοναδική.
Ερευνητές που ασχολήθηκαν μεταγενέστερα με την υπόθεση αμφισβήτησαν το κατά πόσο η συγκεκριμένη θεωρία μπορεί να εξηγήσει από μόνη της τα πραγματικά κίνητρα του Μάνσον. Άλλες εκδοχές συνδέουν τα εγκλήματα με ναρκωτικά, προηγούμενες δολοφονίες και τις περίπλοκες σχέσεις της ομάδας με πρόσωπα του Λος Άντζελες.
Το νέο φονικό την αμέσως επόμενη νύχτα
Η σφαγή στο σπίτι της Σάρον Τέιτ δεν ήταν το τέλος της δολοφονικής δράσης της ομάδας. Την αμέσως επόμενη νύχτα, τα μέλη της «Οικογένειας Μάνσον» χτύπησαν ξανά.
Ο Λίνο και η Ρόζμαρι ΛαΜπιάνκα δολοφονήθηκαν μέσα στο σπίτι τους, στην περιοχή Los Feliz του Λος Άντζελες.
Αυτή τη φορά, ο ίδιος ο Τσαρλς Μάνσον συμμετείχε στην αρχική εισβολή στην κατοικία, προτού αποχωρήσει και αφήσει τους ακολούθους του να πραγματοποιήσουν τις δολοφονίες.

Η αστυνομία δεν συνέδεσε αμέσως τη δολοφονία της Τέιτ και των φίλων της με το φονικό του ζευγαριού ΛαΜπιάνκα. Πέρασαν αρκετοί μήνες μέχρι οι έρευνες να οδηγήσουν τελικά στην ομάδα του Μάνσον.
Η Λίντα Κασάμπιαν έλαβε ασυλία και μετατράπηκε σε βασική μάρτυρα κατηγορίας, δίνοντας κρίσιμες πληροφορίες για όσα είχαν συμβεί.
Το 1971, ο Τσαρλς Μάνσον, η Σούζαν Άτκινς και η Πατρίσια Κρένγουινκελ καταδικάστηκαν για φόνο και συνωμοσία, ενώ ο Τσαρλς «Τεξ» Γουότσον καταδικάστηκε σε ξεχωριστή δίκη.
Αρχικά επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους η θανατική ποινή. Οι ποινές τους, ωστόσο, μετατράπηκαν αργότερα σε ισόβια κάθειρξη, όταν η Καλιφόρνια προχώρησε στην προσωρινή κατάργηση της θανατικής ποινής.
Η ημερομηνία που συμβόλισε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής
Η επίδραση της υπόθεσης ξεπέρασε πολύ γρήγορα τα όρια του ίδιου του εγκλήματος και προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα φόβου σε ολόκληρη την αμερικανική κοινωνία.
Μια νεαρή ηθοποιός, που βρισκόταν λίγο πριν γεννήσει, είχε δολοφονηθεί άγρια μαζί με τους φίλους της σε ένα απομονωμένο σπίτι στους λόφους του Λος Άντζελες. Οι δράστες συνδέονταν, τουλάχιστον εξωτερικά, με την κουλτούρα των χίπις, η οποία μέχρι τότε είχε ταυτιστεί με την ειρήνη, την ελευθερία και την αμφισβήτηση.
Η συγγραφέας Τζόαν Ντίντιον περιέγραψε αργότερα την 9η Αυγούστου 1969 ως την ημερομηνία που, στη συνείδηση πολλών κατοίκων του Λος Άντζελες, σηματοδότησε το απότομο τέλος της δεκαετίας του 1960.
Η δολοφονία της Σάρον Τέιτ και των τεσσάρων ανθρώπων που βρίσκονταν στην ιδιοκτησία μετατράπηκε σε ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της μετάβασης από την αισιοδοξία του «peace and love» σε μια νέα περίοδο φόβου, βίας και έντονης καχυποψίας.
Τι απέγιναν τα μέλη της «Οικογένειας Μάνσον»
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά τα εγκλήματα που συγκλόνισαν τις Ηνωμένες Πολιτείες, ορισμένοι από τους βασικούς πρωταγωνιστές της «Οικογένειας Μάνσον» παραμένουν στη φυλακή, άλλοι κατάφεραν να αποφυλακιστούν, ενώ κάποιοι έχουν πεθάνει.

Τσαρλς Μάνσον: Πέθανε το 2017, σε ηλικία 83 ετών, ενώ εξέτιε την ποινή ισόβιας κάθειρξης που του είχε επιβληθεί στην Καλιφόρνια.

Σούζαν Άτκινς: Συμμετείχε στη δολοφονία της Σάρον Τέιτ και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το τέλος της ζωής της. Πέθανε από καρκίνο στον εγκέφαλο το 2009, σε ηλικία 61 ετών.

Πατρίσια Κρένγουινκελ: Καταδικάστηκε για τη συμμετοχή της τόσο στις δολοφονίες της Σάρον Τέιτ και των φίλων της όσο και στο φονικό του ζευγαριού ΛαΜπιάνκα. Παραμένει στη φυλακή, ενώ τον Οκτώβριο του 2025 απορρίφθηκε για 16η φορά το αίτημά της για αποφυλάκιση.

Τσαρλς «Τεξ» Γουότσον: Θεωρείται ο βασικός εκτελεστής τη νύχτα της δολοφονίας της Σάρον Τέιτ. Παραμένει έγκλειστος, καθώς τα αιτήματα αποφυλάκισής του έχουν απορριφθεί επανειλημμένα. Η επόμενη ακρόασή του έχει προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο του 2026.

Λίντα Κασάμπιαν: Ακολούθησε την ομάδα στο Cielo Drive, αλλά δεν συμμετείχε στις δολοφονίες. Έλαβε ασυλία και αποτέλεσε τη βασική μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη του Μάνσον και των ακολούθων του. Πέθανε το 2023, σε ηλικία 73 ετών.

Λέσλι Βαν Χάουτεν: Δεν συμμετείχε στη δολοφονία της Σάρον Τέιτ, αλλά καταδικάστηκε για τους φόνους του Λίνο και της Ρόζμαρι ΛαΜπιάνκα, οι οποίοι διαπράχθηκαν την επόμενη νύχτα. Αποφυλακίστηκε υπό όρους το 2023, αφού είχε περάσει περισσότερα από 50 χρόνια στη φυλακή.
Πηγή: newsbeast.gr
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.










































































































