Μια έντονη οικογενειακή διαμάχη για πορνογραφικό υλικό που βρέθηκε σε κινητό τηλέφωνο φαίνεται πως προηγήθηκε της τραγωδίας που συγκλόνισε τη Φλόριντα. Μια 27χρονη μητέρα σκότωσε τη μητέρα της και δύο από τις κόρες της, αποπειράθηκε να πυροβολήσει και το τρίτο παιδί της και στη συνέχεια έβαλε τέλος στη ζωή της.
Η Χέιλι Ντέμπσεϊ φέρεται να είχε τσακωθεί έντονα με τον σύζυγό της, Τζέι, όταν εντόπισε πορνογραφικό υλικό στο τηλέφωνό του. Μέσα στις δύο ημέρες πριν από το έγκλημα, η Αστυνομία κλήθηκε συνολικά τρεις φορές στο σπίτι της οικογένειας.
Τα ξημερώματα της 3ης Μαΐου, η 27χρονη πυροβόλησε και σκότωσε την 55χρονη μητέρα της, Βάλερι ΝτεΜπόε, μέσα στο σπίτι της οικογένειας στο Πλαντ Σίτι, στην περιοχή της Τάμπα Μπέι.

Στη συνέχεια έφυγε πεζή από την κατοικία μαζί με τις τρεις μικρές κόρες της, όπως αναφέρει δημοσίευμα της New York Post.
Σύμφωνα με την Αστυνομία, η Ντέμπσεϊ σκότωσε την 4χρονη και την μόλις τεσσάρων μηνών κόρη της. Πυροβόλησε επίσης προς την 2χρονη, χωρίς να την πετύχει, πριν στρέψει το όπλο στον εαυτό της.
Τρεις κλήσεις στην Αστυνομία πριν από την τραγωδία
Ο αρχηγός της Αστυνομίας του Πλαντ Σίτι, Ρίτσαρντ Μιλς, αποκάλυψε ότι οι αστυνομικοί είχαν μεταβεί στην οικογενειακή κατοικία τρεις φορές μέσα σε διάστημα δύο ημερών.
Η πρώτη κλήση πραγματοποιήθηκε την 1η Μαΐου και αφορούσε έναν έντονο καβγά ανάμεσα στη Χέιλι Ντέμπσεϊ και στον σύζυγό της. Σύμφωνα με τον αστυνομικό διευθυντή, η 27χρονη είχε ανακαλύψει πορνογραφικό περιεχόμενο στο κινητό του τηλέφωνο.
«Δεν επρόκειτο για απιστία ή κάτι τέτοιο. Προφανώς ήταν απλώς πορνό και είχαν έναν καβγά γι’ αυτό», δήλωσε ο αρχηγός της αστυνομίας. «Νομίζω ότι από εκεί ξεκίνησαν όλα».
Ο αστυνομικός που έφτασε στο σπίτι μίλησε ξεχωριστά με τα δύο μέλη του ζευγαριού. Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Μιλς, εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε «καμία απολύτως ένδειξη» ότι είχε προηγηθεί άσκηση βίας ή κάποια άλλη εγκληματική πράξη.
Φοβόταν ότι παρακολουθούσαν το αυτοκίνητό της
Λίγες ώρες μετά την πρώτη επίσκεψη, η Αστυνομία κλήθηκε ξανά στην κατοικία. Αυτή τη φορά η 27χρονη ζήτησε από τους αστυνομικούς να ελέγξουν το αυτοκίνητό της, επειδή φοβόταν ότι κάποιος είχε εγκαταστήσει πάνω του συσκευή εντοπισμού.
Οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν έλεγχο στο όχημα, χωρίς όμως να εντοπίσουν κάποια συσκευή ή άλλο ύποπτο αντικείμενο.
Αργότερα, η Ντέμπσεϊ έφυγε από το σπίτι μαζί με τις τρεις κόρες της και τη μητέρα της. Η 55χρονη είχε ταξιδέψει από το Κλιαργουότερ για να επισκεφθεί και να στηρίξει την κόρη της.
Οι πέντε τους πέρασαν τη νύχτα σε ξενοδοχείο, μακριά από την οικογενειακή κατοικία.

Η επιστροφή στο σπίτι με τη συνοδεία αστυνομικών
Την επόμενη ημέρα σημειώθηκε η τρίτη επικοινωνία με τις Αρχές. Η Χέιλι Ντέμπσεϊ ζήτησε αστυνομική συνοδεία προκειμένου να επιστρέψει στο σπίτι και να πάρει ρούχα και προσωπικά αντικείμενα, όσο ο σύζυγός της απουσίαζε.
Οι αστυνομικοί τη συνόδευσαν στην κατοικία και η διαδικασία ολοκληρώθηκε χωρίς να αναφερθεί κάποιο νέο επεισόδιο.
Οι Αρχές διαθέτουν επίσης στοιχεία που δείχνουν ότι το ζευγάρι συναντήθηκε αργότερα σε τοπική βιβλιοθήκη. Εκεί, σύμφωνα με την έρευνα, οι δύο σύζυγοι είχαν μια κατ’ ιδίαν συζήτηση, το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει αποκαλυφθεί.
Ερευνήθηκε και αποκλείστηκε ο σύζυγός της
Μετά την αποκάλυψη των δολοφονιών, ο σύζυγος της 27χρονης τέθηκε προσωρινά υπό κράτηση και εξετάστηκε διεξοδικά το ενδεχόμενο να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή.
Οι αστυνομικοί ερεύνησαν τις κινήσεις του και αξιολόγησαν τα διαθέσιμα στοιχεία. Τελικά τον απέκλεισαν ως ύποπτο, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος χωρίς να συλληφθεί ή να του απαγγελθούν κατηγορίες.
Ο Ρίτσαρντ Μιλς ανέφερε ότι στην υπόθεση υπήρχαν «ενδείξεις κάποιας ψυχικής διαταραχής», χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες πληροφορίες ή να αναφερθεί σε συγκεκριμένη διάγνωση.
Η έρευνα των αστυνομικών αρχών διήρκεσε συνολικά τρεις μήνες και, σύμφωνα με τον ίδιο, χρειάστηκε «υπομονή, επιμέλεια και ακρίβεια» για να ανασυντεθούν τα γεγονότα.
«Η χειρότερη σκηνή που έχω δει στη ζωή μου»
Ο αρχηγός της Αστυνομίας, εμφανώς συγκινημένος, περιέγραψε το σημείο που αντίκρισαν οι αστυνομικοί ως το χειρότερο περιστατικό της πολυετούς καριέρας του.
«Είμαι στην αστυνομία εδώ και 34 χρόνια. Ήμουν σε εκείνον τον τόπο και πιθανότατα ήταν η χειρότερη σκηνή που έχω δει ποτέ στη ζωή μου», είπε συγκρατώντας τα δάκρυά του. «Είναι απολύτως σπαρακτικό. Το χειρότερο πράγμα που έχω δει ποτέ».
Η μοναδική κόρη που επέζησε, ηλικίας δύο ετών, δεν τραυματίστηκε από τον πυροβολισμό. Σύμφωνα με τις Αρχές, είναι καλά στην υγεία της και βρίσκεται πλέον υπό τη φροντίδα συγγενικών προσώπων.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.











































































































