Σήμερα, Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία τιμά μεταξύ άλλων την Αγία Ερμιόνη, μία ξεχωριστή μορφή της χριστιανικής παράδοσης, η οποία βασανίστηκε σκληρά για την πίστη της. Όταν, όμως, παραδόθηκε στους δήμιους για να θανατωθεί, εκείνοι πίστεψαν στον Χριστό και τελικά την άφησαν ελεύθερη.
Σύμφωνα με το εορτολόγιο, σήμερα τιμώνται επίσης ο Προφήτης Μωυσής ο Θεόπτης και ο Άγιος Ωκεανός ο μάρτυρας.
Τα ονόματα που γιορτάζουν σήμερα είναι τα εξής:
- Ερμιόνη, Ερμίνα,
- Μωυσής, Μωσής,
- Μωυσία, Μωσία,
- Ροζαλία, Ρόζυ, Ρόζα,
- Ωκεανός, Ωκεάνιος, Ωκεάνης,
- Ωκεανία, Ωκεανή, Ωκεανίς.

Η Αγία Ερμιόνη και το προφητικό της χάρισμα
Η Αγία Ερμιόνη ήταν μία από τις τέσσερις κόρες του Αποστόλου Φιλίππου και, σύμφωνα με την παράδοση, είχε και η ίδια το προφητικό χάρισμα, όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων.
Αφιερώθηκε στο αποστολικό έργο και μαζί με την αδελφή της, Ευτυχίδα, ταξίδεψε στην Έφεσο με σκοπό να συναντήσει τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο.
Όταν έφτασαν εκεί, όμως, ο Άγιος Ιωάννης είχε ήδη φύγει από τη ζωή. Η Ερμιόνη συνάντησε τον μαθητή του, Πετρώνιο, από τον οποίο διδάχθηκε και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο στην αποστολική της δράση.
Κατά την παράδοση, κάποια στιγμή πέρασε από την Έφεσο ο αυτοκράτορας Τραϊανός, ο οποίος κατευθυνόταν σε εκστρατεία εναντίον των Περσών.
Έχοντας ακούσει για το προφητικό χάρισμα της Ερμιόνης, την κάλεσε και της ζήτησε να του αποκαλύψει τι θα συνέβαινε στο μέλλον.
Η Αγία τού προφήτευσε ότι θα νικούσε τους Πέρσες, αλλά τη ρωμαϊκή εξουσία θα αναλάμβανε στη συνέχεια ο γαμπρός του, Αδριανός.
Η προφητεία επαληθεύτηκε.
Τα βασανιστήρια και η ανατροπή πριν από την εκτέλεση
Παρά την επαλήθευση των λόγων της, ο Τραϊανός διέταξε να βασανίσουν σκληρά την Ερμιόνη.
Στη συνέχεια την παρέδωσε στους δήμιους προκειμένου να τη θανατώσουν.
Ωστόσο, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, συνέβη κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχε διαταχθεί.
Οι άνθρωποι που είχαν αναλάβει να την εκτελέσουν πίστεψαν στον Χριστό και αρνήθηκαν να πραγματοποιήσουν τη θανάτωσή της, αφήνοντάς την ελεύθερη.
Η Αγία Ερμιόνη έζησε στη συνέχεια και πέθανε ειρηνικά, ενώ τάφηκε στην Έφεσο.

Προφήτης Μωυσής ο Θεόπτης
Ο Προφήτης και Θεόπτης Μωυσής υπολογίζεται ότι γεννήθηκε στην Αίγυπτο περίπου το 1569 π.Χ.
Πατέρας του ήταν ο Άβραμ ή Αμράμ, Εβραίος από τη φυλή του Λευί, ενώ μητέρα του ήταν η Ιωχαβέδ.
Όταν ο Φαραώ διέταξε τη θανάτωση των αρσενικών βρεφών των Εβραίων, η μητέρα του έβαλε το παιδί μέσα σε ένα κιβώτιο και το άφησε στις όχθες του Νείλου, εμπιστευόμενη τη ζωή του στη θεία πρόνοια.
Το βρέφος βρήκε η κόρη του Φαραώ, Θέρμουθιν, η οποία το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα Μωυσής, που σημαίνει «σεσωσμένος από τα ύδατα».
Ο Μωυσής μεγάλωσε ως γιος της πριγκίπισσας και διδάχθηκε τη σοφία και τις γνώσεις των Αιγυπτίων, χωρίς όμως να αποκοπεί από την πίστη των προγόνων του και τον λαό του.

Η φυγή στη Μαδιάμ και η φλεγόμενη βάτος
Σε ηλικία περίπου 40 ετών, ο Μωυσής σκότωσε έναν Αιγύπτιο που είχε επιτεθεί σε έναν Ισραηλίτη και, για να σωθεί, κατέφυγε στη γη Μαδιάμ.
Εκεί έγινε βοσκός και παντρεύτηκε τη Σαπφώρα, κόρη του Ιοθόρ. Μαζί απέκτησαν δύο γιους, τον Γηρσάμ και τον Ελιέζερ.
Τα χρόνια της εξορίας του αποτέλεσαν παράλληλα περίοδο πνευματικής προετοιμασίας για τη μεγάλη αποστολή που επρόκειτο να αναλάβει.
Ύστερα από σαράντα χρόνια στη Μαδιάμ, ενώ έβοσκε τα πρόβατα στο όρος Χωρήβ, ο Θεός τού φανερώθηκε με τη μορφή φωτιάς που έβγαινε μέσα από μία βάτο, η οποία φλεγόταν χωρίς να καίγεται.
Εκεί ο Θεός τον κάλεσε να επιστρέψει στην Αίγυπτο και να οδηγήσει τον λαό του έξω από τη δουλεία.
Επειδή ο Μωυσής ήταν βραδύγλωσσος και δίσταζε να αναλάβει το έργο, ο Θεός τού έδωσε ως βοηθό τον αδελφό του, Ααρών.
Οι δύο άνδρες παρουσιάστηκαν στον Φαραώ και ζήτησαν να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να φύγουν και να λατρεύσουν τον Θεό τους στην έρημο.
Ο Φαραώ αρνήθηκε και κράτησε τους Ισραηλίτες στη δουλεία.
Οι δέκα πληγές και η έξοδος από την Αίγυπτο
Τότε, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός έπληξε την Αίγυπτο με τις δέκα πληγές.
Ο Φαραώ αναγκάστηκε τελικά να επιτρέψει στους Ισραηλίτες να φύγουν.
Μαζί τους πήραν τα οστά του Ιωσήφ, καθώς και χρυσά και αργυρά αντικείμενα που τους έδωσαν οι Αιγύπτιοι.
Κατά την πορεία τους, ο Θεός τους καθοδηγούσε την ημέρα με στύλο νεφέλης και τη νύχτα με στύλο πυρός.
Λίγο αργότερα, όμως, ο Φαραώ άλλαξε γνώμη και ξεκίνησε με τον στρατό του να τους καταδιώκει.
Οι Ισραηλίτες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι μπροστά στην Ερυθρά Θάλασσα.
Τότε ο Μωυσής, κατ’ εντολή του Θεού, χτύπησε με το ραβδί του τα νερά και αυτά χωρίστηκαν στα δύο.
Οι Ισραηλίτες πέρασαν «διά ξηράς εν μέσω της θαλάσσης», ενώ όταν ο στρατός του Φαραώ τούς ακολούθησε, τα νερά επέστρεψαν στη θέση τους και τα αιγυπτιακά άρματα καταποντίστηκαν.
Μετά τη σωτηρία τους, ο Μωυσής συνέθεσε την ευχαριστήρια ωδή:
«ᾄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν, βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν· οὗτός μου Θεός, καὶ δοξάσω αὐτόν, Θεὸς τοῦ πατρός μου, καὶ ὑψώσω αὐτόν» (Έξ. 15, 1-2).
Η ωδή ψάλθηκε από ολόκληρο τον λαό στην παραλία, με τους άνδρες να έχουν επικεφαλής τον Μωυσή και τις γυναίκες την αδελφή του, Μαριάμ.
Τα θαύματα στην έρημο
Στην πορεία από την Ερυθρά Θάλασσα προς το Σινά, παρά τους συνεχείς γογγυσμούς των Ισραηλιτών, σύμφωνα με την παράδοση ο Θεός συνέχιζε να δείχνει την παρουσία και την προστασία του μέσω του Μωυσή.
Στη Μερρά τα πικρά νερά έγιναν πόσιμα.
Στην έρημο Σιν, ύστερα από την προσευχή του Μωυσή, δόθηκε το μάννα για να τραφεί ο λαός.
Στη Ραφιδείν, όταν οι Ισραηλίτες υπέφεραν από δίψα, ο Μωυσής χτύπησε με το ραβδί του έναν βράχο και από εκεί ανάβλυσε νερό.
Στην ίδια περιοχή δέχθηκαν επίθεση από τους Αμαληκίτες, τους οποίους νίκησε ο Ιησούς του Ναυή.
Οι Δέκα Εντολές στο όρος Σινά
Στην αρχή του τρίτου μήνα μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, οι Ισραηλίτες έφτασαν στο Σινά και στρατοπέδευσαν εκεί.
Ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να ανέβει μόνος του στην κορυφή του όρους.
Εκεί, μέσα σε νεφέλη, φωτιά, βροντές, αστραπές και ήχους σαλπίγγων, ο Μωυσής έλαβε τις εντολές του Νόμου γραμμένες σε δύο πέτρινες πλάκες.
Παρέμεινε στην κορυφή σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και διδάχθηκε όσα ήταν απαραίτητα για την πνευματική και λατρευτική οργάνωση του λαού.

Το χρυσό μοσχάρι και η οργή του Μωυσή
Κατεβαίνοντας από το όρος με τις πλάκες του Δεκάλογου, ο Μωυσής άκουσε τις φωνές των Ισραηλιτών και τους είδε να χορεύουν γύρω από το χρυσό μοσχάρι που είχαν κατασκευάσει όσο εκείνος απουσίαζε.
Οργισμένος, πέταξε τις πλάκες και τις συνέτριψε στους πρόποδες του βουνού.
Σύμφωνα με το βιβλικό κείμενο, ο Θεός θέλησε να τιμωρήσει τον λαό για την ειδωλολατρία του, όμως ο Μωυσής μεσολάβησε με την προσευχή του:
«καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δὲ μή, ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας.» (Έξ. 32, 32).
Ο Μωυσής ανέβηκε ξανά στο όρος και αυτή τη φορά έγραψε σε δύο νέες πλάκες τις Δέκα Εντολές, σύμφωνα με την υπαγόρευση του Θεού.
Όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τόσο έντονα, ώστε οι Ισραηλίτες δεν μπορούσαν να τον κοιτάξουν.
Γι’ αυτό κάλυπτε το πρόσωπό του με κάλυμμα, το οποίο αφαιρούσε μόνο όταν έμπαινε στη σκηνή του μαρτυρίου για να συνομιλήσει με τον Θεό.

Τα χρόνια της περιπλάνησης
Αφού παρέμειναν περίπου έναν χρόνο στο Σινά, στην αρχή του δεύτερου έτους ο Μωυσής απογράφηκε τον λαό και συνέχισαν την πορεία τους στην έρημο.
Όταν έφτασαν στην έρημο Κάδης, κοντά στα σύνορα της Γης της Επαγγελίας, ο Μωυσής έστειλε κατασκόπους στη Χαναάν.
Οι αναφορές τους αποθάρρυναν τον λαό, που στασίασε και ζήτησε ακόμη και νέους αρχηγούς ώστε να επιστρέψει στην Αίγυπτο.
Ο Μωυσής μεσολάβησε και πάλι με την προσευχή του.
Οι Ισραηλίτες καταδικάστηκαν τελικά σε 38 χρόνια περιπλάνησης στην έρημο, προκειμένου η συγκεκριμένη γενιά να μην εισέλθει στη Γη της Επαγγελίας.
Καθ’ όλη αυτή τη μακρά περίοδο, ο Μωυσής αντιμετώπιζε συνεχείς αντιδράσεις, γογγυσμούς και εξεγέρσεις.
Γιατί ο Μωυσής δεν μπήκε στη Γη της Επαγγελίας
Στην αρχή του 40ού έτους μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, οι Ισραηλίτες έφτασαν ξανά στην έρημο Κάδης.
Όταν παραπονέθηκαν για έλλειψη νερού, ο Θεός είπε στον Μωυσή να τους δώσει νερό από τον βράχο.
Ο Μωυσής, απογοητευμένος από τη συνεχή απείθεια του λαού, είπε:
«ἀκούσατέ μου, οἱ ἀπειθεῖς· μὴ ἐκ τῆς πέτρας ταύτης ἐξάξομεν ὑμῖν ὕδωρ;» (Άρ. 20, 10).
Το νερό ανάβλυσε όταν χτύπησε τον βράχο με το ραβδί του, όμως σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο Μωυσής τιμωρήθηκε και δεν του επιτράπηκε να εισέλθει στη Γη της Επαγγελίας.
Ύστερα από πολεμικές συγκρούσεις με Αμορραίους, Μαδιανίτες και Μωαβίτες, με τη βοήθεια του Ιησού του Ναυή, κατέλαβε την περιοχή ανατολικά του Ιορδάνη.

Ο θάνατος του Προφήτη Μωυσή
Στις στέπες της Μωάβ, ο Μωυσής υπενθύμισε στον λαό τις ευεργεσίες του Θεού και όσα είχαν συμβεί κατά τα σαράντα χρόνια της περιπλάνησης.
Έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες και έχρισε ως διάδοχό του τον Ιησού του Ναυή.
Στη συνέχεια έψαλε προς τον Θεό:
«Πρόσεχε οὐρανέ, καὶ λαλήσω, καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ρήματα ἐκ στόματός μου….» (Δευτ. 32, 1-43)
Έπειτα ευλόγησε για τελευταία φορά τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.
Ο Μωυσής πέθανε σε ηλικία 120 ετών στην κορυφή Φασγά του όρους Ναβαύ ή Νεβώ, από όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ο Θεός τού επέτρεψε να δει τη Γη της Επαγγελίας.
Εκεί τάφηκε, χωρίς να γίνει ποτέ γνωστό το ακριβές σημείο του τάφου του.
Τέλος, κατά την παράδοση, στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη η θαυματουργή ράβδος του Προφήτη Μωυσή.
Ο αυτοκράτορας φέρεται να βγήκε πεζός για να την υποδεχθεί και έκτισε ναό της Θεοτόκου, όπου αρχικά τοποθετήθηκε η ράβδος. Αργότερα μεταφέρθηκε στο παλάτι, όπως αναφέρει ο Γεώργιος ο Κωδινός.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.











































































































