Πέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 2 Σεπτεμβρίου, από τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, μιας από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του ελληνικού πολιτισμού. Με αφορμή αυτή την επέτειο, αξίζει να στραφεί ξανά το βλέμμα σε μια πλευρά της δημιουργίας του που μπορεί να μην απέκτησε τη λαϊκή απήχηση των τραγουδιών του, θεωρείται όμως από τις πιο απαιτητικές και διεθνώς αναγνωρισμένες: την ορχηστρική και συμφωνική μουσική του.
Αν ο Μίκης Θεοδωράκης έχει ταυτιστεί στη συνείδηση των περισσότερων με το ελληνικό λαϊκό τραγούδι και θεωρείται ένας από τους κορυφαίους συνθέτες του 20ού αιώνα, η καλλιτεχνική του διαδρομή ήταν πολύ ευρύτερη. Υπήρξε ένας ολοκληρωμένος και πολυσχιδής δημιουργός της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής, με ένα συμφωνικό έργο πλούσιο, σύνθετο και ιδιαίτερα απαιτητικό. Έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, αυτή η πλευρά της μουσικής του παρακαταθήκης αξίζει να αναδειχθεί ξανά.

Οι πρώτες συμφωνικές συνθέσεις
Οι πρώτες απόπειρες του Θεοδωράκη στη συμφωνική μουσική ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του 1940, όταν ήταν μόλις 18 ετών. Σε μια εποχή πολιτικών αναταράξεων και προσωπικών δοκιμασιών, ο νεαρός συνθέτης άρχισε να διαμορφώνει τη δική του μουσική ταυτότητα.
Ακόμη και στα χρόνια της εξορίας του στη Μακρόνησο και τον Ωρωπό δεν εγκατέλειψε τη σύνθεση. Παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς και το γεγονός ότι πολλές φορές δεν είχε πρόσβαση σε μουσικά όργανα, συνέχιζε να γράφει, καταγράφοντας με το χέρι παρτιτούρες μέσα από μια διαδικασία «νοεράς ακρόασης».
Η δημιουργία μουσικής αποτελούσε για εκείνον όχι μόνο καλλιτεχνική ανάγκη, αλλά και έναν τρόπο εσωτερικής αντίστασης απέναντι στις συνθήκες που βίωνε.

Η διεθνής αναγνώριση του συμφωνικού έργου
Η επιστροφή του στην Αθήνα το 1960, σε συνδυασμό με τη διεθνή αναγνώριση που άρχισε σταδιακά να αποκτά, του έδωσε τη δυνατότητα να παρουσιάσει μεγάλης κλίμακας συμφωνικά και χορωδιακά έργα σε σημαντικές ευρωπαϊκές αίθουσες και φεστιβάλ.
Μεγάλες ορχήστρες, όπως η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Γαλλίας και η Συμφωνική Ορχήστρα του Βερολίνου, παρουσίασαν συνθέσεις του, δίνοντας στο έργο του διεθνή παρουσία.
Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά συμφωνικά έργα του περιλαμβάνονται:
- 1η Συμφωνία (1947)
- Πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου (1968)
- Αντάρτες Πόλεων (1970)
- Το Δωδεκάλογο του Γύφτου (1978)
- Συμφωνία Νο 7 «Ωδή στη Γαλλική Επανάσταση» (1994)
Η αναζήτηση ενός ελληνικού συμφωνικού ήχου
Σε αντίθεση με τα τραγούδια του, στα οποία ο λόγος και η ποίηση έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, στα ορχηστρικά έργα του Θεοδωράκη η αφήγηση πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσα από τη μουσική.
Οι εντάσεις, οι μελωδικές γραμμές, οι ρυθμοί, οι αντιθέσεις και οι μεγάλες συμφωνικές δομές παίρνουν τη θέση των λέξεων και δημιουργούν έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης.
Ο Θεοδωράκης άντλησε στοιχεία από τη βυζαντινή μουσική παράδοση, το δημοτικό τραγούδι, τις κλασικές ευρωπαϊκές φόρμες αλλά και νεότερες τεχνικές σύνθεσης. Στόχος του ήταν να δημιουργήσει μια μουσική που θα είχε ξεκάθαρη ελληνική ταυτότητα χωρίς να περιορίζεται γεωγραφικά ή αισθητικά.
Ο ίδιος συχνά ανέφερε ότι ήθελε να «γεννήσει έναν ελληνικό συμφωνικό ήχο», που να ανήκει στον τόπο αλλά να μην υστερεί σε τίποτα από τους μεγάλους της δυτικής παράδοσης.

Τα έργα που αποκάλυψαν μια διαφορετική πλευρά του
Η Ραψωδία για Τσελό και Ορχήστρα, το Πρελούδιο και Φούγκα για Πιάνο, η Αντιγόνη και η Κατάσταση Πολιορκίας στις οργανικές τους εκδοχές, το Κάντο Ολύμπικο, η Ανατολή και το Αντάτζιο για Έγχορδα αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της δημιουργικής περιόδου.
Μέσα σε αυτά τα έργα συνυπάρχουν το λυρικό, το επικό και το δραματικό στοιχείο, σχηματίζοντας μια προσωπική μουσική γλώσσα που δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε μία και μόνο σχολή ή παράδοση.
Ο Θεοδωράκης μπορούσε να περάσει από το βαθιά εσωτερικό και μελαγχολικό ύφος σε μεγάλες εκρηκτικές κορυφώσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα μια χαρακτηριστική μελωδικότητα που παρέμενε αναγνωρίσιμη σε όλο το έργο του.
Οι διεθνείς ηχογραφήσεις
Από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 και μετά, ένα σημαντικό μέρος της ορχηστρικής δημιουργίας του άρχισε να καταγράφεται συστηματικότερα στη διεθνή δισκογραφία.
Εταιρείες όπως η Deutsche Grammophon, η EMI και η Naxos συμπεριέλαβαν έργα του στις κυκλοφορίες τους, συμβάλλοντας στην παρουσίαση του συμφωνικού Θεοδωράκη σε ένα κοινό πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχε γνωρίσει τα λαϊκά και πολιτικά τραγούδια του.
Μαέστροι και μουσικοί όπως ο Λουκάς Καρυτινός, ο Μίλτος Λογιάδης, ο Μάρκο Μπαλντέρι και ο Λεωνίδας Καβάκος ως σολίστας συνέβαλαν με τις ερμηνείες τους στην παρουσίαση του συμφωνικού του έργου.
Η λιγότερο γνωστή μουσική παρακαταθήκη του
Παρά τη διεθνή παρουσία τους, τα ορχηστρικά έργα του Μίκη Θεοδωράκη δεν απέκτησαν ποτέ τη μαζική αναγνωρισιμότητα των τραγουδιών του. Οι μελωδίες που τραγουδήθηκαν από εκατομμύρια ανθρώπους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ήταν φυσικό να βρεθούν πιο κοντά στο ευρύ κοινό.
Η συμφωνική μουσική του, αντίθετα, απαιτεί περισσότερο χρόνο, συγκέντρωση και διαφορετικό τρόπο ακρόασης. Δεν διαθέτει πάντοτε την αμεσότητα ενός τραγουδιού, αλλά επιτρέπει στον ακροατή να ανακαλύψει βαθύτερα επίπεδα της μουσικής και φιλοσοφικής σκέψης του δημιουργού.
Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται μία από τις πιο προσωπικές πλευρές του Μίκη Θεοδωράκη. Μακριά από τη μεγάλη δημόσια εικόνα του συνθέτη των λαϊκών τραγουδιών, των συναυλιών και των πολιτικών αγώνων, βρίσκεται ένας δημιουργός που αντιμετώπιζε τη συμφωνική μουσική ως έναν από τους βαθύτερους τρόπους προσωπικής έκφρασης.
Άλλωστε, ο ίδιος έλεγε πως «η συμφωνική μουσική είναι το μέρος όπου κατοικεί η ψυχή μου».
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.










































































































