Ο ληστής με το «κομμένο κεφάλι που γελούσε»

0
80

Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1926 εξοντώθηκε ο λήσταρχος Στέφανος Ζώγας του Μαργαρίτη, από το Τσέρνοβο Βέροιας, που το 1918 είχε καταδικαστεί σε 20 χρόνια και δυο μήνες πρόσκαιρα δεσμά για ληστεία. Δύο χρόνια αργότερα η ποινή του συγχωνεύθηκε σε 12 χρόνια δεσμά, το 1922 σε 10, για να αποφυλακιστεί στις 3 Μαΐου 1924 «ανασταλέντος του υπολοίπου της ποινής του» βάσει του από 23 Απριλίου 1924 νομοθετικού διατάγματος.

Οι εφημερίδες έγραφαν για το κομμένο κεφάλι του ληστή

«Ένα κεφάλι κομμένο, μια άγρια όψις ανθρώπου-  θηρίου που και στον θάνατο του ακόμη σαρκάζει, είναι ο επίλογος της επί τεσσαράκοντα και πέντε ημέρας τρομοκρατησάσης την περιφέρεια Βέροιας- Ναούσης ληστροσυμμορίας, ο επίλογος της οποίας προσθέτει έναν ακόμη θρίαμβο στη δράση της χωροφυλακής.

Η κεφαλή του διαβόητου Ζώγα εύρε την κατάλληλον δι’ αυτήν θέσιν της μέσα εις ένα δοχείον πετρελαίου όπου βρίσκεται βυθισμένη προς πρόληψιν της σήψεως και φυλλάσεται επιμελώς εις το ενταύθα αστυνομικόν κατάστημα μέχρι καθορισμού της τύχης της. Με μια ματιά στα άγρια εκείνα χαρακτηριστικά δύναταί τις να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Μαλλιά μακρυά, μύτη μικρά, μάτια άγρια μισοκλεισμένα και στόμα ανοικτό που αφήνει να φαίνονται μια σειρά σπασμένων δοντιών, αποτελούν το σύνολον της κεφαλής του ανθρώπου, που τόσα καταχθόνια είχε συλλάβει»

Η προδοσία του ληστή

Καταχθόνια σχέδια ληστών αλλά και καταχθόνιες περιγραφές δημοσιογράφων γεμίζουν τις εφημερίδες της εποχής, στις οποίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας η μία μετά την άλλη οι φωτογραφίες με τα κομμένα κεφάλια των ληστών. Ο λήσταρχος Στέφανος Ζώγας, μετά τη διάλυση της συμμορίας του, θα προδοθεί από τον έναν και μοναδικό σύντροφο, που του είχε απομείνει, τον Νικόλαο Μάνθο, ο οποίος συνελήφθη από τους χωροφύλακες στο χωριό Ξηρολείβαδο. Ο λήσταρχος Ζώγας καταδιώχτηκε άγρια από τα αποσπάσματα της χωροφυλακής που κάποια στιγμή τον περικύκλωσαν.

Η συνέχεια, απολαυστικά οδυνηρή, από εφημερίδα της εποχής: «Όρθιος, τόσον αυτός όσον και οι χωροφύλακες ανταλλάσσουν τα θανατηφόρα βλήματα των όπλων των, τα οποία λόγω των ελιγμών πάντων χάνονται χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο ληστής ρίπτει υπέρ τους είκοσι πυροβολισμούς δι’ όπλου μάνλιχερ αλλά ανεπιτυχώς, μέχρις ότου μια σφαίρα η του ανθυπασπιστού Δαπέρα, του θραύει τον αριστερόν βραχίονα εις δύο μέρη αποσπώσα και τεμάχια οστών. Ο Ζώγας εξακολουθεί μαχόμενος αλλ’ όμως μετά πάροδον ολίγων λεπτών αδυνατεί να χρησιμοποιήσει και τας δύο του χείρας. Εξάγει τότε το πιστόλιον συστήματος «Νάγκαν» και δια της μιας χειρός πλέον, εξακολουθεί να πυροβολεί.

Μια σφαίρα τον πλήττει εις το δεξιόν ημιθωράκιον και κατά την έξοδον της αποσπά τεμάχια σπλάχνων τα οποία ρίπτει μακριά. Αυτός όμως δεν πίπτει ακόμη. Πυροβολεί μέχρις ότου νέα ομοβροντία τον ρίπτει άπνουν και σφίγγοντα ακόμη το περίστροφον. Η αγρία αυτή συμπλοκή, διήρκεσε περί το τέταρτον της ώρας. Ο Ζώγας έφερε επτά εν όλω διαμπερή τραύματα εφαίνετο δε λόγω της εκ του βιαίου θανάτου συσπάσεως των μυών του προσώπου του, ότι εγέλα σαρκαστικώς τόσο ώστε πάντες ιδόντες αυτόν να εκπλαγούν δια την «κομμένην κεφαλήν που γελούσε».

ΠΗΓΗ: «Οι Λήσταρχοι, τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» του Βασίλη Τζανακάρη εκδόσεις Μεταίχμιο…

mixanitouxronou.com.cy

 

loading...