Εκτίναξη της Νέας Δημοκρατίας στη νέα δημοσκόπηση – Το ποσοστό που αλλάζει τα δεδομένα
ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά φαίνεται να μένουν εκτός Βουλής, ενώ η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα περνά καθαρά μπροστά από το ΠΑΣΟΚ
Η Νέα Δημοκρατία σπάει ξανά το όριο του 30% και ανοίγει διαφορά σχεδόν 14 μονάδων από το δεύτερο κόμμα, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της Marc πριν από τις διακοπές του Αυγούστου.
Η μέτρηση δείχνει τη Ν.Δ. να ενισχύεται οριακά, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα να εδραιώνεται στη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ να ακολουθεί αρκετά χαμηλότερα. Την ίδια στιγμή, αισθητή πτώση καταγράφει η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού.

Η Νέα Δημοκρατία παραμένει με διαφορά η πρώτη πολιτική δύναμη, ξεπερνώντας στην εκτίμηση ψήφου το ψυχολογικό όριο του 30%. Παράλληλα, αυξάνει ελαφρά το ποσοστό της σε σύγκριση με τη δημοσκόπηση του Ιουνίου και διατηρεί προβάδισμα που αγγίζει τις 14 ποσοστιαίες μονάδες από την ΕΛΑΣ.
Ισχυρή παραμένει και η προσωπική υπεροχή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός συγκεντρώνει υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον αμέσως επόμενο πολιτικό αρχηγό στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία. Την ίδια ώρα, σχεδόν δύο στους τρεις ερωτηθέντες εκτιμούν ότι η Ν.Δ. θα είναι η νικήτρια των επόμενων εκλογών.
Στην αντιπολίτευση δεν έχει ακόμη αναδειχθεί ένας ισχυρός και ενιαίος αντίπαλος, παρά την κυβερνητική φθορά, την κοινωνική δυσαρέσκεια και τη δημιουργία δύο νέων κομμάτων. Ούτε φαίνεται να έχει διαμορφωθεί μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης που θα μπορούσε, με τα σημερινά στοιχεία, να απειλήσει άμεσα τη Ν.Δ.
Το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να έχει τη συνεκτικότερη εκλογική βάση, σημαντικό ηγετικό πλεονέκτημα και ξεκάθαρη υπεροχή στην παράσταση νίκης.
Τα ευρήματα, πάντως, δεν αφήνουν περιθώρια για πανηγυρισμούς. Η Ν.Δ. βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από το εκλογικό της ποσοστό το 2023, απέχει από την αυτοδυναμία και εμφανίζει σημαντικές αδυναμίες στις νεότερες και τις παραγωγικές ηλικίες.
Ταυτόχρονα, περισσότεροι πολίτες δηλώνουν ότι επιθυμούν πολιτική αλλαγή. Το βασικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης είναι πως αυτή η δυσαρέσκεια παραμένει κατακερματισμένη και δεν εκφράζεται από έναν συγκεκριμένο πολιτικό φορέα.
Η πανελλαδική έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 23 Ιουλίου, σε δείγμα 1.178 ψηφοφόρων. Το μέγιστο στατιστικό σφάλμα ανέρχεται σε ±2,9%, γεγονός που σημαίνει ότι οι μικρές διαφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως ενδείξεις τάσης και λιγότερο ως παγιωμένες μετακινήσεις.
Στο 30,8% η Νέα Δημοκρατία
Η εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος αποτελεί αναμφίβολα το πιο θετικό εύρημα της δημοσκόπησης για την κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 30,8%, με το εύρος της εκτίμησης να κινείται από το 28,3% έως το 33,3%.
Η μέση τιμή τη φέρνει σχεδόν 14 μονάδες μπροστά από την ΕΛΑΣ, η οποία ακολουθεί στη δεύτερη θέση με 16,8%. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται τρίτο με 11%.
Ακόμη και αν συγκριθεί το χαμηλότερο όριο της Ν.Δ. με το υψηλότερο πιθανό ποσοστό της ΕΛΑΣ, το προβάδισμα του κυβερνώντος κόμματος παραμένει μεγάλο. Με τα σημερινά ευρήματα δεν διακρίνεται ρεαλιστικό σενάριο ανατροπής της πρώτης θέσης.
Το δεύτερο κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η Ν.Δ. κρατά το ψυχολογικό όριο του 30%. Η επίδοση αυτή δεν έχει μόνο επικοινωνιακή αξία, αλλά δείχνει ότι, παρά τη φθορά της κυβερνητικής θητείας, εξακολουθεί να διαθέτει έναν συμπαγή πυρήνα ψηφοφόρων.
Παραμένει, επίσης, το μοναδικό κόμμα που εμφανίζεται δημοσκοπικά με τα χαρακτηριστικά μιας μεγάλης παράταξης εξουσίας. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι βρίσκεται κοντά στην αυτοδυναμία. Ακόμη και το ανώτερο ποσοστό του εύρους δεν εξασφαλίζει από μόνο του κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο Τσίπρας περνά καθαρά μπροστά από το ΠΑΣΟΚ
Ιδιαίτερο πολιτικό βάρος αποκτά η δεύτερη θέση της ΕΛΑΣ, η οποία καταγράφεται στο 16,8%. Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα έχει πλέον σαφές προβάδισμα απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να συγκεντρώνει ακόμη ποσοστό που να του επιτρέπει να διεκδικήσει άμεσα την εξουσία.
Η εικόνα θα επανεξεταστεί μετά το καλοκαίρι, καθώς ο Σεπτέμβριος μπορεί να φέρει νέα πολιτικά δεδομένα. Προς το παρόν, πάντως, η παρουσία ενός «νέου» σχηματισμού στη δεύτερη θέση, με αξιοσημείωτη αλλά όχι επαρκή κυβερνητική δυναμική, λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ της εικόνας σταθερότητας της Ν.Δ.
Για το ΠΑΣΟΚ, το 11% αποτελεί σοβαρό πολιτικό καμπανάκι, παρά τη μικρή βελτίωση από την προηγούμενη μέτρηση. Το κόμμα βρίσκεται περίπου έξι μονάδες πίσω από την ΕΛΑΣ και σχεδόν 20 μονάδες μακριά από τη Νέα Δημοκρατία, την οποία έχει δηλώσει ότι θέλει να νικήσει έστω και με μία ψήφο.
Η Χαριλάου Τρικούπη δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει ούτε την κυβερνητική φθορά ούτε το έντονο αίτημα για πολιτική αλλαγή. Το κόμμα που ιστορικά και θεσμικά θα επιδίωκε να αποτελέσει τον βασικό εναλλακτικό πόλο παραμένει στην τρίτη θέση, χωρίς δυναμική άμεσης ανατροπής.
Μεγάλη πτώση για τη Μαρία Καρυστιανού
Ξεχωρίζει και η αισθητή υποχώρηση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού. Από το 10,5% και την ισοψηφία με το ΠΑΣΟΚ στην προηγούμενη μέτρηση, το κόμμα πέφτει στο 7,4% στην εκτίμηση ψήφου.
Μέσα σε έναν μήνα χάνει 3,1 ποσοστιαίες μονάδες και υποχωρεί στην πέμπτη θέση, πίσω ακόμη και από την Ελληνική Λύση. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αρνητική μεταβολή μεταξύ των κομμάτων και για την πρώτη καθαρή ένδειξη ότι η αρχική δημοσκοπική του άνοδος δεν συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό.
Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία εξακολουθεί να καταγράφει ένα αξιόλογο ποσοστό και παραμένει με ασφάλεια πάνω από το όριο εισόδου στη Βουλή. Φαίνεται, ωστόσο, να χάνει ένα μέρος της πρώτης ορμής της, καθώς πλέον καλείται να μετατρέψει την κοινωνική και ηθική διαμαρτυρία σε ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα.
Η υποχώρηση μπορεί ακόμη να δείχνει ότι ψηφοφόροι που είχαν στραφεί αρχικά προς το κόμμα επανεξετάζουν τη στάση τους ή μετακινούνται προς άλλους σχηματισμούς διαμαρτυρίας.
Τα ποσοστά των υπόλοιπων κομμάτων αποτυπώνουν ένα έντονα κατακερματισμένο σκηνικό. Ακολουθούν το ΚΚΕ, η Πλεύση Ελευθερίας και η Φωνή Λογικής, ενώ το ΜέΡΑ25 εμφανίζεται οριακά πάνω από το εκλογικό όριο.
Αυτή η πολυδιάσπαση αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα για τη Νέα Δημοκρατία. Το αντικυβερνητικό ρεύμα δεν συγκεντρώνεται σε έναν πολιτικό φορέα, αλλά μοιράζεται σε παρατάξεις με διαφορετικές και αρκετές φορές ασύμβατες μεταξύ τους κατευθύνσεις. Έτσι, η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να είναι αριθμητικά μεγάλη, αλλά δεν μπορεί εύκολα να αθροιστεί πολιτικά.
Η πρόθεση ψήφου χωρίς αναγωγή
Στην πρόθεση ψήφου, πριν από την αναγωγή των αναποφάσιστων, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 27,3%. Η ΕΛΑΣ ακολουθεί με 14,8% και το ΠΑΣΟΚ περιορίζεται στο 9,5%.
Σε σχέση με τη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Ιουνίου, η Ν.Δ. κερδίζει μισή μονάδα. Κατά μισή μονάδα ενισχύεται και η ΕΛΑΣ, ενώ το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει κατά 0,3%. Οι αναποφάσιστοι υποχωρούν οριακά από το 11,2% στο 10,8%.
Οι συγκεκριμένες μεταβολές είναι περιορισμένες και κινούνται μέσα στα όρια του στατιστικού σφάλματος. Η κατεύθυνσή τους, ωστόσο, έχει πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς η Ν.Δ. δεν ολοκληρώνει την πολιτική περίοδο με νέα πτώση, αλλά με μια μικρή ανάκαμψη.
Έπειτα από αρκετά χρόνια στην εξουσία και εν μέσω μιας δύσκολης περιόδου για την κοινωνία, αυτή η αντοχή παραμένει αξιοσημείωτη.
Περισσότερο από τις μικρές μεταβολές, σημασία έχει η σταθερότητα της διαφοράς. Στην πρόθεση ψήφου η Ν.Δ. προηγείται της ΕΛΑΣ κατά 12,5 μονάδες και του ΠΑΣΟΚ κατά 17,8 μονάδες.
Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ηλικίες
Η εκλογική εικόνα της κυβέρνησης αλλάζει αισθητά ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα. Στους πολίτες άνω των 65 ετών η Νέα Δημοκρατία φτάνει στο 45,6%. Στις ηλικίες 17 έως 44 ετών, όμως, υποχωρεί στο 20,5%, ενώ μεταξύ 45 και 64 ετών βρίσκεται στο 22,6%.
Τα ποσοστά φανερώνουν ότι σημαντικό μέρος της σημερινής δύναμης της Ν.Δ. στηρίζεται στους μεγαλύτερους σε ηλικία ψηφοφόρους.
Αυτή η ανισορροπία αποτελεί ξεκάθαρη προειδοποίηση για το Μέγαρο Μαξίμου. Το κυβερνών κόμμα υπερέχει στις ηλικίες που κατά κανόνα έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στις εκλογές και ισχυρότερη κομματική σταθερότητα, αλλά δεν παρουσιάζει αντίστοιχη διείσδυση στις νεότερες γενιές.
Εάν η Ν.Δ. θέλει να μετατρέψει τη σαφή πρωτιά σε μια νέα ισχυρή κυβερνητική εντολή, θα χρειαστεί να βελτιώσει τη σχέση της με τους νέους, τους εργαζομένους των παραγωγικών ηλικιών και τα νοικοκυριά που δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση από το κόστος ζωής.
Ιδιαίτερα θετική για το κόμμα είναι η βεβαιότητα των ψηφοφόρων του. Το 70,1% όσων δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν Ν.Δ. εμφανίζεται «πολύ σίγουρο» για την επιλογή του και ακόμη ένα 18,7% δηλώνει «αρκετά σίγουρο».
Συνολικά, σχεδόν εννέα στους δέκα σημερινούς ψηφοφόρους της Ν.Δ. εμφανίζονται σταθεροί στην απόφασή τους. Η απόλυτη βεβαιότητα είναι χαμηλότερη στην ΕΛΑΣ και ακόμη πιο περιορισμένη στο ΠΑΣΟΚ, όπου λιγότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους δηλώνουν πολύ σίγουροι.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη δημοσκοπική ανθεκτικότητα της κυβερνητικής παράταξης. Μπορεί να έχει χάσει σημαντικό μέρος της δύναμης που είχε το 2023, αλλά όσοι παραμένουν κοντά της παρουσιάζουν υψηλή συσπείρωση και μικρότερη πιθανότητα μετακίνησης.
Οι διαρροές από τις εκλογές του 2023, πάντως, παραμένουν σημαντικές. Η Νέα Δημοκρατία κρατά σήμερα το 67,9% της τότε εκλογικής της βάσης. Είναι το υψηλότερο ποσοστό ανάμεσα στα μεγάλα κόμματα, χωρίς όμως να αποτελεί πλήρη συσπείρωση.
Ένα τμήμα των απωλειών κατευθύνεται προς κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα, ενώ σχεδόν ένας στους δέκα παλιούς ψηφοφόρους της Ν.Δ. παραμένει αναποφάσιστος.
Η κυβερνητική στρατηγική έχει επομένως δύο διαφορετικούς στόχους: από τη μία να επαναφέρει ψηφοφόρους που μετακινήθηκαν προς τα δεξιά, χωρίς να χάσει την επαφή της με το Κέντρο, και από την άλλη να κινητοποιήσει εκείνους που την είχαν ψηφίσει το 2023 αλλά σήμερα τηρούν στάση αναμονής.

Στο 10,8% οι αναποφάσιστοι
Η αδιευκρίνιστη ψήφος παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας, χωρίς να έχει σήμερα τέτοια έκταση ώστε να αμφισβητεί την καθαρή πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας.
Οι αναποφάσιστοι μειώνονται από το 11,2% του Ιουνίου στο 10,8%. Μαζί με όσους επιλέγουν άκυρο, λευκό ή αποχή, η ευρύτερη απροσδιόριστη ζώνη διαμορφώνεται στο 11,6%, από 12,7% στην προηγούμενη μέτρηση.
Η μικρή αυτή μείωση δείχνει ότι οι επιλογές αρχίζουν σταδιακά να αποκρυσταλλώνονται. Δεν σημαίνει, όμως, ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί έχουν παγιωθεί, καθώς η συγκεκριμένη δεξαμενή παραμένει ανομοιογενής.

Το ποσοστό των αναποφάσιστων ανεβαίνει στο 20,7% μεταξύ εκείνων που δεν δηλώνουν συγκεκριμένη ιδεολογική ταύτιση. Στον χώρο του Κέντρου φτάνει ακόμη υψηλότερα, στο 30,7%.
Η αδιευκρίνιστη ψήφος είναι επίσης αυξημένη στις ηλικίες από 45 έως 64 ετών και εμφανίζεται ελαφρώς υψηλότερη στις γυναίκες.
Για τη Νέα Δημοκρατία υπάρχει σημαντικό περιθώριο επαναπατρισμού. Περίπου ένας στους τρεις αναποφάσιστους, ποσοστό 33,2%, είχε ψηφίσει το κυβερνών κόμμα το 2023.
Η τελική στάση αυτών των πολιτών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την καθημερινότητα, την κατάσταση στην οικονομία και το κατά πόσο το κυβερνητικό σχέδιο θα τους φανεί πειστικό.
Η αδιευκρίνιστη ψήφος μπορεί τελικά να επηρεάσει όχι μόνο το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και τη μάχη για την αυτοδυναμία, την είσοδο μικρότερων κομμάτων στη Βουλή και τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.
Ο άγνωστος παράγοντας Αντώνης Σαμαράς
Στα αποτελέσματα πρέπει να υπολογιστεί και μία παράμετρος που δεν μετρήθηκε στη συγκεκριμένη έρευνα: η δημόσια συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Καθώς ένας τέτοιος σχηματισμός δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα και δεν συμπεριλήφθηκε στο ερωτηματολόγιο, δεν μπορεί να γίνει ασφαλής εκτίμηση για το ποσοστό που θα μπορούσε να συγκεντρώσει.
Το συγκεκριμένο ενδεχόμενο, ωστόσο, αποτελεί μέρος της ευρύτερης πολιτικής συζήτησης. Ένα κόμμα υπό τον πρώην πρωθυπουργό θα μπορούσε να απευθυνθεί σε ψηφοφόρους της παραδοσιακής Δεξιάς, σε συντηρητικούς πολίτες που έχουν απομακρυνθεί από τη Ν.Δ. και σε όσους σήμερα κινούνται προς μικρότερα κόμματα δεξιότερα της κυβέρνησης ή παραμένουν αναποφάσιστοι.
Η πιθανή επιρροή του δεν θα κρινόταν μόνο από το ποσοστό που θα συγκέντρωνε. Θα είχε σημασία και το κατά πόσο θα περιόριζε τη δυνατότητα της Ν.Δ. να αυξήσει τη συσπείρωσή της και να επαναφέρει ψηφοφόρους που έχει χάσει.
Από την άλλη, η ήδη έντονη πολυδιάσπαση στον χώρο δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας δείχνει ότι η ύπαρξη διαθέσιμου πολιτικού χώρου δεν οδηγεί απαραίτητα στη δημιουργία ενός ισχυρού, ενιαίου και ανταγωνιστικού πόλου.

Πότε θέλουν οι πολίτες να γίνουν οι εκλογές
Στο ερώτημα για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών, η κοινή γνώμη εμφανίζεται σχεδόν μοιρασμένη στα δύο.
Το 44,9% δηλώνει ότι θα ήθελε πρόωρες κάλπες τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο. Στον αντίποδα, το 43,7% επιθυμεί οι εκλογές να πραγματοποιηθούν προς το τέλος της τετραετίας, την άνοιξη του 2027.
Η μεταξύ τους διαφορά είναι μόλις 1,2 ποσοστιαίες μονάδες και δεν θεωρείται στατιστικά σημαντική.
Το συγκεκριμένο εύρημα δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως ξεκάθαρο κοινωνικό αίτημα για πρόωρες εκλογές. Αντίθετα, αποτυπώνει δύο σχεδόν ισοδύναμα μπλοκ: εκείνους που θέλουν ταχύτερη πολιτική αλλαγή και όσους προτιμούν να ολοκληρωθεί η κυβερνητική θητεία.

Η ανάλυση με βάση την κομματική προτίμηση παρουσιάζει μεγάλες διαφορές. Από τους σημερινούς ψηφοφόρους της Ν.Δ., μόλις το 13,1% ζητά πρόωρες κάλπες. Αντίθετα, το 79,9% επιθυμεί να εξαντληθεί η τετραετία.
Στα κόμματα της αντιπολίτευσης η εικόνα αντιστρέφεται, καθώς η πλειονότητα των ψηφοφόρων τους επιθυμεί εκλογές μέσα στο φθινόπωρο.
Το αίτημα για κάλπες αποκτά επομένως έντονο παραταξιακό χαρακτήρα. Δεν εμφανίζεται ως οριζόντια κοινωνική απαίτηση για άμεση ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας, αλλά κυρίως ως επιθυμία των ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης να γίνουν εκλογές για να «φύγει ο Μητσοτάκης».
Πότε πιστεύουν ότι θα στηθούν οι κάλπες
Ακόμη πιο θετικό για τον πρωθυπουργό είναι το εύρημα σχετικά με το τι εκτιμούν οι πολίτες ότι τελικά θα συμβεί.
Το 52,3% πιστεύει ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν κοντά στην ολοκλήρωση της τετραετίας. Αντίθετα, το 43% θεωρεί πιθανότερο να στηθούν κάλπες το φθινόπωρο.
Η πλειονότητα των πολιτών εκτιμά, συνεπώς, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ακολουθήσει τη θεσμική γραμμή και θα επιδιώξει την ολοκλήρωση της τετραετίας. Αυτό λειτουργεί ενισχυτικά για το κυβερνητικό αφήγημα περί συνέπειας και ελέγχου του πολιτικού χρόνου.
Η διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία και την πρόβλεψη είναι κρίσιμη. Περισσότεροι πολίτες δηλώνουν ότι θέλουν πρόωρες εκλογές από εκείνους που πιστεύουν ότι πράγματι θα πραγματοποιηθούν.
Ακόμη και ένα τμήμα όσων επιθυμούν κάλπες το φθινόπωρο αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Καθαρό προβάδισμα Μητσοτάκη στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρώτος στο ερώτημα για την καταλληλότητα στην πρωθυπουργία, συγκεντρώνοντας 31%. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας με 15,2%, ενώ οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί καταγράφουν ποσοστά κάτω από 6%.
Σε σύγκριση με τη δημοσκόπηση στα τέλη Ιουνίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανεβαίνει από το 30,2% στο 31%, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας υποχωρεί οριακά από το 15,6% στο 15,2%.
Οι αδιευκρίνιστες απαντήσεις μειώνονται από το 20,9% στο 18,6%. Ο Νίκος Ανδρουλάκης συγκεντρώνει 5,8%, με τον Κυριάκο Βελόπουλο να βρίσκεται υψηλότερα. Σε παρόμοια επίπεδα κινούνται η Ζωή Κωνσταντοπούλου και η Μαρία Καρυστιανού.

Το 14,2% όσων ψήφισαν ΠΑΣΟΚ το 2023 θεωρεί καταλληλότερο για πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το ίδιο απαντά και το 12,9% όσων δεν είχαν ψηφίσει ή δηλώνουν ότι δεν θα ψηφίσουν τώρα.
Στους πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται πολιτικά στον χώρο του Κέντρου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 29,1%.
Διαφορετική είναι η εικόνα ανά ηλικιακή ομάδα. Στους πολίτες άνω των 65 ετών φτάνει στο 50,3%, ενώ στις ηλικίες από 17 έως 44 ετών περιορίζεται στο 22%.
Σχεδόν δύο στους τρεις προβλέπουν νίκη της Ν.Δ.
Στην παράσταση νίκης, το 18,8% εκτιμά ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και θα εξασφαλίσει αυτοδυναμία. Ένα επιπλέον 46,8% πιστεύει ότι θα αναδειχθεί πρώτο κόμμα, χωρίς όμως να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Συνολικά, το 65,6% των ερωτηθέντων προβλέπει εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας.
Νίκη του ΠΑΣΟΚ προβλέπει το 3,7%, επικράτηση της ΕΛΑΣ το 8,6% και πρωτιά της Ελπίδας για τη Δημοκρατία το 3,9%.


Μεταξύ των σημερινών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, το 58,7% θεωρεί ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει χωρίς αυτοδυναμία, ενώ το 9% προβλέπει αυτοδύναμη επικράτησή της.
Το 21,8% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ εκτιμά ότι το κόμμα του θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Αρνητικές οι αξιολογήσεις για κυβέρνηση και πρωθυπουργό
Το 35,6% αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά το έργο της κυβέρνησης. Αντίθετα, το 63,7% το κρίνει αρνητικά ή μάλλον αρνητικά.
Παρόμοια είναι τα αποτελέσματα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι θετικές και μάλλον θετικές αξιολογήσεις φτάνουν στο 35,9%, ενώ οι αρνητικές και μάλλον αρνητικές στο 63,3%.
Μεταξύ όσων δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν Νέα Δημοκρατία, το 99,2% αξιολογεί θετικά την κυβέρνηση και το 97,9% εκφράζει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό.
Ανά ηλικιακή ομάδα, η θετική αξιολόγηση της κυβέρνησης φτάνει στο 53,1% στους πολίτες άνω των 65 ετών, ενώ υποχωρεί κάτω από το 30% στις νεότερες ηλικίες.
«Κανένα κόμμα» απαντά το 38,9% για την αντιπολίτευση
Στο ερώτημα για το ποιο κόμμα ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, το 38,9% απαντά «κανένα ιδιαίτερα».
Μεταξύ των κομμάτων, πρώτο βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ με 14,5%. Ακολουθούν η ΕΛΑΣ με 11,6%, η Ελληνική Λύση με 7,4% και η Πλεύση Ελευθερίας με 7,3%.
Από τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, το 16% θεωρεί ότι το ΠΑΣΟΚ ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, ενώ το 52,4% απαντά «κανένα».
Στη σημερινή εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ, το 47% επιλέγει το κόμμα ως την πολιτική δύναμη που ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση.

Πολιτική αλλαγή επιλέγει το 54%
Το 54% των πολιτών δηλώνει ότι θεωρεί σημαντικότερη την πολιτική αλλαγή και την ανάληψη της διακυβέρνησης από άλλα κόμματα.
Την πολιτική συνέχεια και τη σταθερότητα επιλέγει το 41,1% των ερωτηθέντων.
Η προτίμηση στην πολιτική συνέχεια καταγράφεται σε υψηλότερα ποσοστά στους πολίτες άνω των 65 ετών και στους κεντροδεξιούς ψηφοφόρους. Στις νεότερες ηλικίες, καθώς και μεταξύ όσων τοποθετούνται στο Κέντρο ή αριστερότερα, μεγαλύτερα ποσοστά συγκεντρώνει η επιλογή της πολιτικής αλλαγής.
Η συνολική εικόνα της δημοσκόπησης
Στη δημοσκόπηση της Marc, η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη στην εκτίμηση ψήφου με ποσοστό 30,8% και διατηρεί μεγάλη απόσταση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα βρίσκεται στη δεύτερη θέση και ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ. Πτώση καταγράφει το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού.
Στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 31% και ο Αλέξης Τσίπρας 15,2%.
Παράλληλα, το 65,6% προβλέπει ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Από αυτούς, το 18,8% εκτιμά ότι θα εξασφαλίσει αυτοδυναμία και το 46,8% ότι θα αναδειχθεί πρώτη χωρίς αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Την ίδια στιγμή, το 63,7% αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά το έργο της κυβέρνησης, ενώ το 54% δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή.
Στην έρευνα δεν έχει μετρηθεί το ενδεχόμενο δημιουργίας πολιτικής κίνησης από τον Αντώνη Σαμαρά.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.









































































































