Η απώλεια της Μαρινέλλας σκόρπισε βαθιά συγκίνηση σε όλη τη χώρα, με την οικογένειά της να επιβεβαιώνει το βράδυ του Σαββάτου 28 Μαρτίου 2026 το θλιβερό νέο για τη σπουδαία ερμηνεύτρια που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι.
Η ανακοίνωση της οικογένειας για τη Μαρινέλλα
Σε ηλικία 88 ετών έφυγε από τη ζωή η Μαρινέλλα, ενάμιση χρόνο μετά από τη δραματική στιγμή της κατάρρευσής της στη μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο.
Η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή το απόγευμα του Σαββάτου 28 Μαρτίου, ενώ λίγο αργότερα η οικογένειά της εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση για την απώλειά της.
Δείτε το βίντεο
«Με βαθιά θλίψη σας ανακοινώνουμε την απώλεια της Μαρινέλλας, αγαπημένης μας μητέρας και γιαγιάς, η οποία κατέληξε στο σπίτι της, σήμερα 28 Μαρτίου 2026 στις 18:00», αναφέρει η ανακοίνωση για τον θάνατο της σπουδαίας ερμηνεύτριας.
Η δύσκολη πορεία της υγείας της είχε ξεκινήσει το βράδυ της Τετάρτης 25 Σεπτεμβρίου 2024. Την ώρα που βρισκόταν στη σκηνή του Ηρωδείου και ερμήνευε το τρίτο τραγούδι του προγράμματός της, άρχισε να χάνει σταδιακά τις δυνάμεις της, μέχρι που κατέρρευσε μπροστά στο κοινό. Στο σημείο της παρασχέθηκαν άμεσα οι πρώτες βοήθειες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα καμαρίνια, όπου για λίγο ανέκτησε τις αισθήσεις της. Σχεδόν μία ώρα αργότερα διακομίστηκε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διαπίστωσαν σοβαρό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο με αιμορραγία.
Η Μαρινέλλα πάλεψε γενναία για να κρατηθεί στη ζωή, όμως τελικά δεν τα κατάφερε, αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο κενό στον καλλιτεχνικό κόσμο και σε όσους αγάπησαν τη φωνή και την πορεία της.
Τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου 1938 και το πραγματικό της όνομα ήταν Κυριακή Παπαδοπούλου. Οι γονείς της είχαν ζήσει στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η ίδια ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας. Μεγάλωσε σε ένα φτωχό αλλά δεμένο σπίτι, με αξίες και έντονη αγάπη για το τραγούδι, αφού πολλά μέλη της οικογένειάς της διέθεταν πολύ καλή φωνή.

Από πολύ μικρή ηλικία, μόλις τεσσάρων με πέντε ετών, συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», όπου έτυχε να τραγουδήσει ακόμη και κομμάτι του Σούμπερτ. Στα δώδεκά της χρόνια διαφήμιζε τα καταστήματα «Melka» της Θεσσαλονίκης, δείχνοντας από νωρίς ότι είχε ξεχωριστή σχέση με το μικρόφωνο και τη σκηνή.
Στα 17 της ακολούθησε ως ηθοποιός τον θίασο της Μαίρης Λωράνς, με τον οποίο έκανε περιοδεία σε ολόκληρη την Ελλάδα. Στο πλευρό της βρέθηκαν τότε νέα ονόματα που αργότερα έγραψαν ιστορία, όπως ο Κώστας Βουτσάς και η Μάρθα Καραγιάννη, αλλά και η Σόνια Δήμου, ο Γιάννης Τζαννετάκος και η χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου.
Κάποιο βράδυ, όταν η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε, η Μαρινέλλα πήρε τη θέση της, αφού γνώριζε ήδη όλα τα τραγούδια. Ερμήνευσε το «Ο άνθρωπός μου» της Σοφίας Βέμπο, σε μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους Μίμη Τραϊφόρου, αλλά και το «Μαλαγκένια», ισπανικό τραγούδι της Κατοχής.
Από εκείνη τη βραδιά και μετά, η Μαρινέλλα καθιερώθηκε ως η βασική τραγουδίστρια του θιάσου.
Η αρχή της διαδρομής της τη δεκαετία του ’50
Το 1956 μπήκε στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ως τραγουδίστρια, καθώς εκεί οι απολαβές ήταν καλύτερες. Την ίδια περίοδο άρχισε να εμφανίζεται και στο κέντρο «Πανόραμα» της Νέας Ελβετίας Θεσσαλονίκης, πίσω από το γήπεδο του Άρη. Εκεί ήταν που ο τραγουδοποιός Τόλης Χάρμας της έδωσε το καλλιτεχνικό όνομα «Μαρινέλλα», εμπνευσμένος από το τραγούδι του με τον ίδιο τίτλο. Στο ίδιο μαγαζί εργαζόταν ως μπουζουξής ο Στέλιος Ζαφειρίου, ο σολίστας που τα επόμενα χρόνια συνδέθηκε στενά με την πορεία της.
Τον Αύγουστο του 1957 ξεκίνησε η σχέση της με τον Στέλιο Καζαντζίδη, τόσο στη σκηνή όσο και στη ζωή. Ο Καζαντζίδης, πηγαίνοντας να βρει τον Ζαφειρίου, την άκουσε να τραγουδά το «Το πιο πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη, τραγούδι που είχε ήδη πει ο ίδιος στη δισκογραφία. Μόλις ολοκλήρωσε το τραγούδι, ο Ζαφειρίου τους σύστησε και εκείνος της είπε πως ερμήνευε το λαϊκό τραγούδι με έναν δικό της, πιο ελαφρύ τρόπο.

Η γνωριμία τους συνεχίστηκε μέσα στη βάρκα του πατέρα της, καθώς και οι δύο αγαπούσαν πολύ τη θάλασσα και το ψάρεμα. Εκεί ο Στέλιος Καζαντζίδης της πρότεινε να γίνει το σεγκόντο του.
Από το παραθαλάσσιο κέντρο «Λουξεμβούργο» της Θεσσαλονίκης, όπου πραγματοποίησαν τις πρώτες πολύ επιτυχημένες εμφανίσεις τους, κατέβηκαν στις 12 Νοεμβρίου 1957 στην Αθήνα και από τότε η πορεία τους πήρε γρήγορα την ανηφόρα. Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησαν ήταν τα «Νίτσα, Ελενίτσα» και «Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ» του Γιώργου Μητσάκη, τα οποία κυκλοφόρησαν σε δίσκους 78 στροφών το 1957.
Το πρώτο ντουέτο με τον Καζαντζίδη όπου ακούγεται μόνη της η Μαρινέλλα ήταν το «Τι γυρεύεις από μένα» του Πάνου Πετσά και του Κώστα Βίρβου, επίσης το 1957. Το πρώτο προσωπικό της τραγούδι ήταν το «Ήρθα πάλι κοντά σου», με δεύτερη φωνή της Γιώτας Λύδια, που κυκλοφόρησε το 1959.
Η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης γνώρισαν τεράστια επιτυχία τόσο στην Ελλάδα όσο και εκτός συνόρων. Εμφανίστηκαν στην Αμερική και στην Αυστραλία, σημειώνοντας μεγάλη απήχηση, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια που έμειναν κλασικά. Για την αγορά της Αυστραλίας, η Μαρινέλλα τραγούδησε σόλο δύο σπάνια κομμάτια, το «Θέλω απόψε κρουαζιέρα» του Αθανάσιου Μπουρλιάσκου και το «Μια πεντάμορφη τσιγγάνα» του Χρήστου Κολοκοτρώνη, σε στίχους Ηλία Εσδρά. Την ίδια χρονιά ακολούθησαν και συναυλίες στην Κωνσταντινούπολη.
Οι περίφημες διφωνίες τους εξακολουθούν μέχρι σήμερα να θεωρούνται σημείο αναφοράς. Μαζί ερμήνευσαν τραγούδια σημαντικών δημιουργών όπως ο Θεόδωρος Δερβενιώτης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και ο Κώστας Βίρβος.

Ο γάμος με τον Καζαντζίδη και η στροφή στην προσωπική πορεία
Το 1960 η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο. Συνολικά έλαβαν μέρος μαζί σε 10 ελληνικές ταινίες, ξεκινώντας από την κωμική ταινία του Ροβήρου Μανθούλη «Η κυρία δήμαρχος», όπου τραγούδησαν μαζί τα «Για μας ποτέ μη ξημερώσει» και «Ζιγκουάλα», ενώ η Μαρινέλλα είπε μόνη της το τραγούδι «Αλλάξανε τα πράγματα» του Αργύρη Κουνάδη.
Τον Μάρτιο του 1961, στο θέατρο «Κεντρικόν», ερμήνευσαν τέσσερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, τα «Αθήνα», «Κουρασμένο παλληκάρι», «Ο κυρ Αντώνης» και «Το πέλαγο είναι βαθύ», σε ποίηση Νίκου Γκάτσου για τα δύο πρώτα, αλλά και έξι τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη από τον κύκλο «Πολιτεία». Ο Μάνος Χατζιδάκις, ακούγοντας στις πρόβες τη Μαρινέλλα να κάνει αυθόρμητα τη φούγκα στο «Κουρασμένο παλικάρι», τη συνέκρινε με τη Μαρίκα Νίνου, λέγοντας πως επρόκειτο για μια βελτιωμένη εκδοχή της.
Με τον Μίκη Θεοδωράκη συνεργάστηκαν ξανά το 1962 στο θέατρο «Παρκ», στην παράσταση «Όμορφη πόλη» με κείμενα του Μποστ, ενώ τραγούδησαν και το «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», σε μουσική Στέλιου Καζαντζίδη και στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, στην ταινία του Κώστα Στράντζαλη «Κλάψε φτωχή μου καρδιά». Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς χώρισαν για πρώτη φορά και ξαναβρέθηκαν έπειτα από περίπου έναν χρόνο.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα παντρεύτηκαν στις 7 Μαΐου 1964 και συνέχισαν τις εμφανίσεις τους σε Γερμανία και Αμερική. Στις αρχές του 1965 ο Καζαντζίδης αποφάσισε να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις. Το ζευγάρι χώρισε τον Σεπτέμβριο του 1966, ενώ η τελευταία τους κοινή δισκογραφική συνάντηση έγινε το 1968, σε έναν δίσκο 33 στροφών που κυκλοφόρησε στις 18 Ιανουαρίου 1969.
Την ίδια περίοδο συμμετείχαν και σε άλλες έξι κινηματογραφικές ταινίες. Στους «Αδίστακτους» του Ντίνου Κατσουρίδη ερμήνευσαν με τον Νίκο Κούρκουλο το «Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός». Στην «Προδομένη» του Χρήστου Κυριακόπουλου τραγούδησαν τα «Μες της αγάπης μας το τζάκι» και «Τώρα που σ’ έχω ανάγκη». Στην «Τιμωρία» του Ανδρέα Κατσιμητσούλια ακούστηκαν τα «Να φύγω, να φύγω» και «Προδομένες καρδιές».
Ακολούθησαν οι «Καταφρονεμένοι» του Νίκου Βαρβέρη με το «Ορκίζομαι στην αντρική τιμή μου», το «Δεν μπορούν να μας χωρίσουν» του Χρήστου Κυριακόπουλου με το «Με το βοριά» και έπειτα, στους «Άγγελους της αμαρτίας», ξανακούστηκε το «Να φύγω, να φύγω».

Στα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανίζονταν, όπως η «Τριάνα του Χειλά», το «Κουλουριώτη», το «Ξυπολητάκου», η «Μαντουμπάλα» και το «Φαληρικόν», επικρατούσε το αδιαχώρητο. Παράλληλα συνεργάστηκαν με μεγάλα ονόματα της εποχής, ανάμεσά τους η Πόλυ Πάνου, η Γιώτα Λύδια, ο Στράτος Παγιουμτζής, η Καίτη Γκρέι, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μανώλης Χιώτης, η Μαίρη Λίντα, η Άννα Χρυσάφη και ο Αντώνης Ρεπάνης.
Από το 1966 και μετά, η Μαρινέλλα επιχείρησε να χαράξει καθαρά προσωπική πορεία. Σημαντική βοήθεια της πρόσφεραν ο Γιώργος Κατσαρός, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Άγγελος Σέμπος και ο Μίμης Πλέσσας. Κυκλοφόρησε τα πρώτα της 45άρια, όπως τα «Τα παλικάρια», «Έκλαψα χθες», «Άσε με να σ’ αγαπήσω» και «Ο χαμός», χωρίς όμως να γνωρίσουν αμέσως μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ανάμεσά τους ήταν και το «Επάνω στην Καισαριανή», το οποίο γυρίστηκε και σε φιλμ για την τηλεόραση της εποχής.
Τα πρώτα σόλο βήματα και η καταξίωση
Μετά από περιοδεία 45 ημερών σε τέσσερις πόλεις της Ρωσίας, ο Γιώργος Κατσαρός της πρότεινε να εμφανιστεί στη θεατρική επιθεώρηση του Κώστα Χατζηχρήστου «Άλλος για Υπουργείο» στο θέατρο «Παρκ». Εκεί τραγούδησε δύο νέα τραγούδια του, το «Απόψε χάνω μια ψυχή» και το «Κλείσε τα μάτια σου καρδιά μου», σε στίχους Πυθαγόρα. Ήταν η πρώτη μεγάλη σόλο εμφάνισή της μετά τον χωρισμό της από τον Στέλιο Καζαντζίδη.
Το ίδιο καλοκαίρι, στον «Μουσικό Αύγουστο» που διοργάνωσε ο Μίκης Θεοδωράκης στο θέατρο Λυκαβηττού, η Μαρινέλλα, υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη, τραγούδησε τους «Λιποτάκτες» δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Γιάννη Πουλόπουλο. Παράλληλα ερμήνευσε και νέα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, όπως το «Άργησες» και το «Πάρε τα μάτια μου», από την «Ανάσταση ονείρων» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1966 και η Μαρινέλλα τον μοιραζόταν ερμηνευτικά με τους Μπάμπη Τσετίνη, Λίτσα Διαμάντη, Γιώργο Γαλάνη, Βαγγέλη Περπινιάδη και Ρία Νόρμα. Στο τέλος της χρονιάς εμφανίστηκε και στη μπουάτ «Μοστρού», δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου και άλλους γνωστούς καλλιτέχνες.

Το 1967 τραγούδησε τα «Δώσ’ μου αγάπη» και «Είμαι χαρτορίχτρα φίνα» στην ταινία «Η χαρτορίχτρα» του Κώστα Καραγιάννη, σε μουσική Γιώργου Κατσαρού και στίχους Πυθαγόρα. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε στο «Χρυσό Βαρέλι» στις Τζιτζιφιές δίπλα στον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Δούκισσα, τον Γιάννη Πουλόπουλο, τον Στράτο Διονυσίου και τη Μπέμπα Μπλανς. Αργότερα επέστρεψε στου «Μοστρού», ενώ αποφάσισε μαζί με τον Γιάννη Πουλόπουλο και τον Χρηστάκη να εμφανιστούν στη «Νεράιδα» για τις δύο επόμενες σεζόν.
Στη συνέχεια πραγματοποίησε σειρά συναυλιών σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία μαζί με τον Νίκο Ξανθόπουλο, ενώ στα τέλη της χρονιάς υπέγραψε συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία HELLADISC. Το πρώτο 45άρι που κυκλοφόρησε ήταν το «Δώσ’ μου αγάπη» σε διαφορετική εκτέλεση από εκείνη της ταινίας, μαζί με το «Πίσω από τις καλαμιές», στις 21 Δεκεμβρίου.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία που άλλαξε τα πάντα
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας ήρθε με το «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη, που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά. Το τραγούδι είχε αρχικά γραφτεί για να το πει η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», όμως εκείνη το αρνήθηκε και η Μαρινέλλα ζήτησε από τον Ζαμπέτα να το τραγουδήσει η ίδια.
Το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης ετοίμαζε το μιούζικαλ «Γοργόνες και μάγκες» και σκέφτηκε να βάλει τη Μαρινέλλα να τραγουδήσει ζωντανά σε μία σκηνή. Ο Μίμης Πλέσσας συμφώνησε και έγραψε αρχικά το μοντέρνο τραγούδι «Πες μου πού πας». Όταν όμως το άκουσε ο Δαλιανίδης, δεν έμεινε ικανοποιημένος, αφού ήθελε κάτι που να ξαφνιάζει πραγματικά το κοινό. Έτσι γράφτηκε τελικά από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο το «Άνοιξε πέτρα».

Το μοντέρνο τραγούδι, με στίχους και πάλι του Λευτέρη Παπαδόπουλου, δόθηκε τελικά από τον Μίμη Πλέσσα στη Βίκυ Λέανδρος και μπήκε στον προσωπικό της δίσκο «Η μικρή μας ιστορία». Η Μαρινέλλα, όταν άκουσε το «Άνοιξε πέτρα», ενθουσιάστηκε και ξεκίνησε αμέσως πρόβες. Σύμφωνα με μαρτυρία του Μίμη Πλέσσα, ο χρόνος ήταν ελάχιστος, αφού μέσα σε δύο ημέρες έπρεπε να γυριστεί η σχετική σκηνή. Έτσι μπήκε στο στούντιο και το τραγούδησε μία μόνο φορά. Δεν χρειάστηκε δεύτερη λήψη, γιατί το αποτέλεσμα ήταν άψογο. Αυτή η ηχογράφηση είναι εκείνη που ακούγεται στην ταινία μέχρι και σήμερα και θεωρείται το κομμάτι που άνοιξε οριστικά τον δρόμο για τη μεγάλη προσωπική της καριέρα.
Την ίδια περίοδο τραγούδησε και το «Σταλιά – σταλιά» στην ταινία «Ο πιο καλός ο μαθητής» του Κώστα Ανδρίτσου, ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους συμμετείχε στο 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ρίο ντε Τζανέιρο στη Βραζιλία με το τραγούδι «Αν θες να ’ρθείς» του Γεράσιμου Λαβράνου, σε στίχους της Ελπίδας Περικλάκη, κερδίζοντας το βραβείο καλύτερης καλλιτεχνικής παρουσίας.

Ο πρώτος προσωπικός δίσκος και η νέα εποχή
Στις 17 Ιανουαρίου 1969 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός της δίσκος 33 στροφών με τίτλο «Σταλιά – σταλιά», μια συλλογή τραγουδιών που είχαν ήδη ξεχωρίσει μέσα από τις 45 στροφές του προηγούμενου διαστήματος. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε στην «Παλιά Αθήνα» της Πλάκας, δίπλα στον Δημήτρη Μητροπάνο, την Κλειώ Δενάρδου και τη Σόφη Ζαννίνου, με χορευτές τον Μανώλη Καστρινό και τη Χρυσούλα Ζώκα.
Παράλληλα συνέχισε τη δυναμική της παρουσία και στον κινηματογράφο. Στον «Μπλοφατζή» του Βασίλη Γεωργιάδη τραγούδησε το «Ποιος είν’ αυτός» του Γιώργου Ζαμπέτα, στην «Παριζιάνα» του Γιάννη Δαλιανίδη τα «Δώσ’ μου τ’ αθάνατο νερό» και «Ζωγραφισμένα στο χαρτί» του Μίμη Πλέσσα, ενώ στο «Ησαΐα μη χορεύεις» του Κώστα Καραγιάννη ακούστηκε το «Πάλι θα κλάψω» του Νάκη Πετρίδη. Στο κινηματογραφικό δράμα «Γυμνοί στο δρόμο» του Γιάννη Δαλιανίδη ερμήνευσε τα «Αστέρι στο παράθυρο» και «Δυο αδέρφια» του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, τραγούδια που παραμένουν ανέκδοτα μέχρι σήμερα.
Η γυναίκα που άλλαξε την πίστα
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Μαρινέλλα, πλέον ως πρώτο όνομα, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου διασκέδασης στα νυχτερινά κέντρα. Από το μελαχρινό κορίτσι που στεκόταν ντροπαλά στο λαϊκό πάλκο, εξελίχθηκε σε μία εντυπωσιακή, αέρινη παρουσία με κοντό μαλλί, πολυτελή εμφάνιση και έντονη σκηνική κίνηση. Δεν έμενε απλώς ακίνητη να τραγουδά, αλλά χόρευε, έπαιζε με το κοινό και κυριαρχούσε στην πίστα.
Ο επαγγελματισμός της την έκανε να ξεχωρίσει. Επέλεγε μεγάλες ορχήστρες με κορυφαίους μουσικούς, φρόντιζε σχολαστικά τον ήχο, έφερε θεατρικούς προβολείς στα νυχτερινά κέντρα, αντικατέστησε το σπάσιμο πιάτων με γαρδένιες, αναβάθμισε τα καμαρίνια και καθιέρωσε όχι μόνο την Κυριακή ως ημέρα ξεκούρασης, αλλά και την πληρωμή των μουσικών για εκείνο το ρεπό.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο «Stork» της Φιλελλήνων, αλλά και στην παραλία, βρέθηκε στο πλευρό της ο τότε ανερχόμενος Γιώργος Νταλάρας, ο οποίος ουσιαστικά ξεκίνησε τη σκηνική του πορεία έπειτα από δική της επιλογή, με επιμελητή προγράμματος τον Σταύρο Ξαρχάκο. «Είναι η εποχή της Μαρινέλλας», είχε πει αργότερα ο Γιώργος Νταλάρας σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου. Οι δυο τους συνεργάστηκαν στο «Stork» από τα τέλη του 1969 μέχρι τις αρχές του 1972.
Άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας αλλά και από το εξωτερικό έσπευδαν να τη δουν από κοντά και να θαυμάσουν την «οπτικοακουστική», όπως η ίδια χαρακτήριζε τον εαυτό της, τραγουδίστρια. Πολλές μεγάλες προσωπικότητες δήλωσαν θαυμαστές της, ανάμεσά τους ο Μάνος Κατράκης, ο Αλέξης Μινωτής, η Ειρήνη Παππά, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Ζωή Λάσκαρη, η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Ομάρ Σαρίφ, ο Φράνκο Ροσελίνι και ο Μιχάλης Κακογιάννης. Ακόμη και ο Φρανκ Σινάτρα, βλέποντάς τη, είχε πει πως αν αυτή η γυναίκα βρισκόταν στην Αμερική, μέσα σε δύο μήνες θα ήταν το πρώτο όνομα.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.








































































































