Η συζήτηση για την πιθανότητα επιστράτευσης επανέρχεται στο προσκήνιο καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή μεγαλώνει και ο φόβος μιας ευρύτερης σύρραξης απασχολεί όλο και περισσότερο τους πολίτες. Σε καφενεία, παρέες και κοινωνικά δίκτυα, πολλοί αναρωτιούνται τι θα έκαναν αν λάμβαναν μια τέτοια κλήση. Οι απαντήσεις όμως διαφέρουν σημαντικά και αποκαλύπτουν ένα βαθύτερο δίλημμα ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και την προσωπική ζωή.
Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και η σκιά ενός γενικευμένου πολέμου στην «πίσω αυλή» της Ευρώπης έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια λέξη που τόσο στους μεγαλύτερους, όσο και τους νεότερους, προκαλεί δέος και ανησυχία: την επιστράτευση.
Στις συζητήσεις της καθημερινότητας – από τα social media μέχρι τις κουβέντες στον δρόμο – το ερώτημα «τι θα έκανες αν σε καλούσαν;» δεν ακούγεται πλέον σαν μακρινό σενάριο. Για πολλούς αποτελεί μια πραγματική σκέψη που φέρνει αντιμέτωπους τους πολίτες με δύσκολα διλήμματα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η έννοια του εθνικού καθήκοντος και από την άλλη η ανάγκη για προσωπική ασφάλεια και σταθερότητα, ιδιαίτερα όταν η απειλή δεν αγγίζει άμεσα τα ελληνικά σύνορα. Κάποιοι δηλώνουν πως θα υπάκουαν χωρίς δεύτερη σκέψη, ενώ άλλοι λένε ανοιχτά πως δεν θα πολεμούσαν για μια χώρα που, όπως πιστεύουν, δεν στέκεται πάντα δίπλα στους πολίτες της.
Ο πόλεμος δεν είναι καλό πράγμα
Ο Βλαδίμηρος παρακολουθεί τις εξελίξεις με μια αίσθηση μοιραίας πορείας των πραγμάτων, χωρίς όμως καμία διάθεση ενθουσιασμού.
«Φαίνεται ως νομοτελειακό, αλλά δεν θα το ήθελα. Ελπίζω να μην… να μην έρθουν προς τα εδώ, αλλά δεν είμαι και σίγουρος».
Όταν ρωτήθηκε τι θα σήμαινε για τη ζωή του μια πιθανή επιστράτευση, η απάντησή του ήταν άμεση.
«Όλα τούμπα. Αλλάζουν τα πάντα. Μακάρι να μη συμβεί κάτι τέτοιο. Να πω την αλήθεια, αισθάνομαι απογοήτευση και καθήκον βέβαια, αλλά και απογοήτευση. Γιατί ο πόλεμος δεν είναι καλό πράγμα», τονίζει, δείχνοντας πόσο δραματικά μπορεί να αλλάξει η καθημερινότητα ενός ανθρώπου όταν οι διεθνείς εξελίξεις ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο.
Όταν το καθήκον μπαίνει πάνω από όλα
Ο Μάνος, ένας νεαρός φοιτητής που ενημερώνεται κυρίως από τα κοινωνικά δίκτυα, βλέπει το θέμα περισσότερο ως ζήτημα αρχής.
«Σίγουρα θα ήταν κάτι το οποίο θα μας προβλημάτιζε όλους, αλλά τι να πω, άμα μας καλέσει η πατρίδα πρέπει να πάμε. Ναι, στο τέλος της ημέρας το καθήκον, το καθήκον μας καλεί. Εντάξει, σίγουρα θα άλλαζαν πολλά στη ζωή μου. Είμαι και φοιτητής τώρα. Θα άφηνα τις σπουδές μου, την οικογένειά μου σίγουρα, αλλά αν κριθεί από τους ειδικούς ότι πρέπει να συμμετέχουμε και ότι αυτό είναι για το καλό της χώρας μας, τότε νομίζω πως αυτό πρέπει να γίνει», αναφέρει.
Παρότι αναγνωρίζει ότι μια τέτοια απόφαση θα επηρέαζε σημαντικά τη ζωή του, θεωρεί πως η υπεράσπιση της χώρας αποτελεί προτεραιότητα.
Η αγωνία ενός γονιού
Ο Γιώργος Κουκλάς, 46 ετών, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο επιστράτευσης μέσα από το πρίσμα της οικογένειας και των ευθυνών που τη συνοδεύουν.
«Στην παρούσα φάση δεν νομίζω να πήγαινα. Σε αντίθετη περίπτωση όμως, σε εισβολή στην Ελλάδα, θα πήγαινα εννοείται. Γιατί μόνο ζημιά έχουμε από όλη αυτή την κατάσταση. Τίποτα θετικό δεν υπάρχει και τίποτα θετικό δεν θα βγει. Είτε κερδίσουν οι Αμερικάνοι είτε όχι, για εμάς το ίδιο πράγμα και ίσως και χειρότερα θα είναι. Με ανησυχούν εννοείται οι εξελίξεις, όπως όλους τους Έλληνες και βασικά όλο τον πλανήτη. Στη δεδομένη φάση είμαστε στα πρόθυρα ενός Τρίτου Παγκοσμίου. Μακάρι αυτό να αποτραπεί με κάποιο τρόπο. Πλέον είναι πολύ δύσκολο από ό,τι φαίνεται όμως» επισημαίνει.
Για τον ίδιο, το μεγαλύτερο βάρος είναι η ευθύνη απέναντι στο παιδί του.
«Θα ήταν μια πολύ δύσκολη κατάσταση καθώς είμαι και γονιός. Έχω ένα παιδάκι, οπότε θα άλλαζαν τελείως όλα τα δεδομένα μέχρι σήμερα που ξέρουμε. Δεν έχει καμία σχέση το πριν με το τώρα, σε όλα τα επίπεδα. Είτε έχεις πόλεμο είτε δεν έχεις, πάλι ανησυχείς παραπάνω όταν έχεις παιδί. Αυτό είναι το μόνο που δεν θα έπρεπε να συμβεί ποτέ, έστω και σε περίοδο πολέμου. Εξάλλου, στον πόλεμο υπάρχει ένας άγραφος νόμος που δεν χτυπάς νοσοκομεία, σχολεία και γενικά αμάχους. Εδώ τα έχουμε ισοπεδώσει όλα όπως φαίνεται και γενικά πάμε από το κακό στο χειρότερο σαν ανθρωπότητα» λέει κλείνοντας.
Όταν μπαίνει στη συζήτηση η γεωπολιτική
Ο Παναγιώτης Κατηφόρης βλέπει το ζήτημα μέσα από το πρίσμα των διεθνών ισορροπιών και των σχέσεων ισχύος.
Στο ερώτημα αν θα υποστήριζε μια πιθανή επιστράτευση απαντά:
«Ανάλογα το είδος πολέμου. Αυτή τη στιγμή είμαι κατά. Σε περίπτωση εισβολής στη χώρα μας θα πολεμούσα πάση θυσία, αλλά όπως έχει δείξει η ιστορία, ισχύει το δίκαιο του ισχυρού. Άρα ο ισχυρός θα σε πουλήσει την άλλη μέρα», τονίζει, εκφράζοντας δυσπιστία απέναντι στις διεθνείς συμμαχίες και τις σκοπιμότητες των μεγάλων δυνάμεων.
Δεν έχω κανένα λόγο να πολεμήσω
Τέλος, ένας νεαρός πολίτης θέτει το θέμα από μια διαφορετική οπτική, συνδέοντας την άμυνα της χώρας με τον τρόπο που λειτουργεί η ίδια η πολιτεία απέναντι στους πολίτες της.
«Η άποψή μου γενικά είναι ότι δεν έχω κανένα λόγο να πολεμήσω για μια χώρα η οποία λειτουργεί με τον τρόπο τον οποίο λειτουργεί απέναντι στους πολίτες της και θεωρώ ανούσιο να πρέπει εγώ να πολεμήσω για κάποιους ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους. Άρα, με απλά λόγια, εγώ θα έλεγα ‘όχι’», καταλήγει, θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης ως βασική προϋπόθεση για την εθνική συστράτευση.
Πηγή: newsbeast.gr
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.





































































































