Σήμερα, Τρίτη 11 Μαρτίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη σημαντικών μορφών της πίστης. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο μάρτυρες που υπέστησαν σταύρωση όπως ο Χριστός, αλλά και άλλοι άγιοι που άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στην ιστορία της Εκκλησίας.
Σύμφωνα με το εορτολόγιο, τιμάται η μνήμη των Αγίων Τροφίμου και Θαλλού, της Οσίας Θεοδώρας βασίλισσας Άρτας, των Αγίων Πιονίου και Σαβίνας, καθώς και του Αγίου Σωφρονίου. Τα ονόματα που γιορτάζουν σήμερα είναι τα εξής:
- Θαλής, Θαλλός, Θαλλής,
- Θάλλεια, Θάλεια, Θάλλω,
- Θεοδώρα, Θοδώρα, Δώρα,
- Δωρούλα, Ντόρα*,
- Σαβίνα, Ζαμπίνα, Ζαμπία,
- Σωφρόνιος, Σωφρόνης, Σωφρονία, Σωφρόνη.
*Υπάρχουν και άλλες ημερομηνίες που γιορτάζει αυτό το όνομα.
Οι Άγιοι μάρτυρες Θαλλός και Τρόφιμος
Στις 11 Μαρτίου η Εκκλησία τιμά δύο μεγάλους μάρτυρες της πίστης, τον Θαλλό και τον Τρόφιμο, οι οποίοι μαρτύρησαν την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός.
Και οι δύο κατάγονταν από τη Στρατονίκη της Μικράς Ασίας. Την περίοδο των σκληρών διωγμών κατά των Χριστιανών συνελήφθησαν στη Λαοδικεία. Εκεί βασανίστηκαν σκληρά και πετροβολήθηκαν για αρκετή ώρα, όμως, παρά τα βασανιστήρια, δεν έπαθαν καμία σοβαρή βλάβη. Όταν ο ηγεμόνας της Λαοδικείας είδε το γεγονός αυτό, αρχικά τους άφησε ελεύθερους.
Λίγο αργότερα όμως συνελήφθησαν ξανά και πιέστηκαν να αρνηθούν την πίστη τους. Εκείνοι στάθηκαν ακόμη πιο θαρραλέοι. Ομολόγησαν δημόσια τον Χριστό και μπροστά σε όλους χλεύασαν τα είδωλα και τους προστάτες τους. Αυτό προκάλεσε την οργή του ηγεμόνα.
Τότε τους έδεσαν γυμνούς πάνω σε ξύλο και άρχισαν να σχίζουν τις σάρκες τους. Τελικά αποφασίστηκε να θανατωθούν με τον ίδιο τρόπο που θανατώθηκε και ο Χριστός: τους σταύρωσαν επάνω σε σταυρό. Έτσι έλαβαν το ένδοξο στεφάνι του μαρτυρίου.
Ευσεβείς χριστιανοί παρέλαβαν τα σώματα των δύο αγίων. Η σύζυγος του άρχοντα Ασκληπιού πήγε και ράντισε με μύρα τα λείψανά τους και τα σκέπασε με ένα πολύτιμο λευκό σεντόνι. Στη συνέχεια πιστοί χριστιανοί μετέφεραν τα λείψανα στη Στρατονίκη και τα έθαψαν έξω από την πόλη, σε μια περιοχή που ονομαζόταν «λατομεία».
Η ζωή της Αγίας Θεοδώρας βασίλισσας Άρτας

Η Οσία Θεοδώρα γεννήθηκε περίπου το 1210 μ.Χ., πιθανότατα στη Θεσσαλονίκη. Καταγόταν από τη μεγάλη βυζαντινή οικογένεια των Πετραλείφα, η οποία είχε προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και είχε τιμηθεί με υψηλά αξιώματα.
Ο πατέρας της, Ιωάννης, έφερε τον τίτλο του σεβαστοκράτορα και ήταν διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η Θεοδώρα μεγάλωσε κοντά στους ευσεβείς γονείς της «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου», λαμβάνοντας από νωρίς τα πρώτα παραδείγματα μιας ενάρετης ζωής.
Όταν ο πατέρας της πέθανε, η Θεοδώρα ήταν ακόμη μικρή. Την προστασία της οικογένειας ανέλαβε ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος, θείος της, ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και είχε επεκτείνει την κυριαρχία του έως την Αδριανούπολη.
Η Θεοδώρα μεγάλωσε στα Σέρβια της Κοζάνης, όπου ανατράφηκε από την ευσεβή μητέρα της Ελένη. Εκεί διδάχθηκε ότι ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής είναι η αγιότητα και η «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις». Έμαθε επίσης ότι τα αληθινά κοσμήματα μιας γυναίκας είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η προσευχή και η ζωντανή πίστη.
Ο γάμος με τον Μιχαήλ Β’ και η ζωή στην Άρτα
Η πνευματική ωριμότητα και η ομορφιά της Θεοδώρας εντυπωσίασαν τον Μιχαήλ Β’, όταν εκείνος την συνάντησε στα Σέρβια, ενώ κατευθυνόταν προς την Άρτα. Αμέσως ζήτησε να την παντρευτεί.
Ο γάμος τους έγινε το 1230 μ.Χ. στα Σέρβια με μεγαλοπρέπεια. Λίγο αργότερα έφτασαν στην Άρτα, την πρωτεύουσα του κράτους της Ηπείρου, όπου ο Μιχαήλ ανακηρύχθηκε Δεσπότης.
Η Θεοδώρα, ως δούκισσα πλέον, έγινε η πρώτη κυρία του Δεσποτάτου. Παρότι κατείχε υψηλή θέση και ζούσε μέσα σε δόξα, δεν παρασύρθηκε από τα υλικά αγαθά ούτε από τις απολαύσεις της εξουσίας.
Η δοκιμασία και η εξορία της Αγίας
Οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού όμως δεν κράτησαν πολύ. Ο Μιχαήλ παρασύρθηκε από μια αρχόντισσα της Άρτας, τη Γαγγρινή, και έπεσε σε ακολασία. Υπό την επιρροή της στράφηκε εναντίον της Θεοδώρας και την έδιωξε από τα ανάκτορα.
Μάλιστα διέταξε να μην της προσφέρει κανείς βοήθεια και να μην αναφέρεται καν το όνομά της μέσα στο παλάτι.
Η Θεοδώρα αντιμετώπισε την αδικία με υπομονή και ταπεινότητα. Παρότι συκοφαντήθηκε και εξορίστηκε, κράτησε σιωπή και αποσύρθηκε μακριά από τα ανάκτορα.
Έγκυος ακόμη εγκατέλειψε το παλάτι. Για πέντε ολόκληρα χρόνια περιπλανιόταν μαζί με τον πρωτότοκο γιο της, τον Νικηφόρο, που γεννήθηκε στην εξορία. Φτωχά ντυμένη και άγνωστη, περνούσε από λόφους και χαράδρες για να αποφύγει την οργή του συζύγου της.
Μια μικρή παρηγοριά βρήκε κοντά στον ιερέα της Πρένιστας. Μια μέρα που μάζευε λάχανα για να τραφεί μαζί με το παιδί της, τη συνάντησε ο ιερέας. Μετά από επίμονες ερωτήσεις εκείνη αποκάλυψε ποια ήταν και έτσι βρήκε προσωρινά καταφύγιο στο σπίτι του.
Η επιστροφή της στα ανάκτορα
Η αλήθεια όμως δεν άργησε να φανερωθεί. Οι άρχοντες της Άρτας αγανάκτησαν με τη ζωή του Μιχαήλ και την αλαζονεία της Γαγγρινής. Αντέδρασαν δυναμικά, έδιωξαν τη γυναίκα από τα ανάκτορα και απαίτησαν από τον ηγεμόνα να αλλάξει ζωή.
Ο Μιχαήλ συγκλονίστηκε, «ἔρχεται εἰς ἐαυτόν» και έστειλε ανθρώπους να βρουν τη Θεοδώρα.
Όταν τελικά τη βρήκαν, την υποδέχθηκε με μετάνοια, τιμή και λαμπρότητα πίσω στα ανάκτορα, αναγνωρίζοντας ξανά τη νόμιμη σύζυγο και βασίλισσά του.
Ο Άγιος Σωφρόνιος πατριάρχης Ιεροσολύμων

Ο Άγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε στη Δαμασκό της Συρίας γύρω στο 580 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς, τον Πλινθά και τη Μυρού.
Σε νεαρή ηλικία επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και έγινε μοναχός στη μονή του αββά Θεοδοσίου. Εκεί γνώρισε τον ασκητή Ιωάννη τον Μόσχο, με τον οποίο συνδέθηκε πνευματικά και από τον οποίο διδάχθηκε πολλά.
Μαζί ταξίδεψαν στην Αίγυπτο και στη συνέχεια στη Ρώμη. Εκεί πέθανε ο Ιωάννης ο Μόσχος το 620 μ.Χ. Ο Σωφρόνιος μετέφερε τα λείψανα του αγαπημένου του φίλου στα Ιεροσόλυμα και τα έθαψε στη μονή του Οσίου Θεοδοσίου. Αργότερα αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια.
Στην Αλεξάνδρεια ο Άγιος χτυπήθηκε από μια σοβαρή ασθένεια στα μάτια. Όταν όμως επισκέφθηκε τον ναό των Αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου στο Αμπουκίρ, θεραπεύθηκε θαυματουργικά. Το γεγονός αυτό το ύμνησε σε εγκώμιο που αφιέρωσε στους δύο Αγίους.
Στη συνέχεια επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να πείσει τον Πατριάρχη Σέργιο Α’ (610 – 638 μ.Χ.) να ταχθεί κατά των Μονοφυσιτών και να απορρίψει το ενωτικό σχέδιο. Η προσπάθειά του όμως δεν είχε αποτέλεσμα και έτσι επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα.
Η δύσκολη εποχή της πατριαρχίας του
Το 634 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Αγίου Μοδέστου, ο Σωφρόνιος ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.
Η κατάσταση που αντιμετώπισε ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Στο εσωτερικό η Ορθοδοξία δοκιμαζόταν από την αίρεση του μονοφυσιτισμού, ενώ εξωτερικά οι Άραβες πολιορκούσαν την πόλη των Ιεροσολύμων και είχαν ήδη καταλάβει τη Βηθλεέμ.
Το 637 μ.Χ., μπροστά στις δραματικές εξελίξεις, αναγκάστηκε να παραδώσει την πόλη στον χαλίφη Ομάρ. Έναν χρόνο αργότερα, το 638 μ.Χ., ο Άγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε ειρηνικά.
Το συγγραφικό έργο του υπήρξε κυρίως ποιητικό. Ξεχώρισε ιδιαίτερα για τη συγγραφή ιδιομέλων και για τους βίους των Αγίων Αναργύρων, του Ιωάννου του Ελεήμονος και της Μαρίας της Αιγυπτίας.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.





































































































