Η Βούλα Πάλλα, μια ξεχωριστή φωνή του λαϊκού τραγουδιού, έφυγε από τη ζωή μόλις στα 52 της, αφήνοντας πίσω της σπουδαίες ερμηνείες αλλά και μια αίσθηση πικρίας για τη λειψή αναγνώριση που της αξίζε.
Μια σπουδαία φωνή που δεν αναγνωρίστηκε όσο της άξιζε
Στην Ελλάδα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις καλλιτεχνών που δεν έλαβαν ποτέ τη φήμη που άξιζαν, την ώρα που άλλοι, λιγότερο ταλαντούχοι, γνώρισαν τεράστια αποδοχή. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Βούλα Πάλλα, μια τραγουδίστρια με μοναδική φωνή, πλούσιο ρεπερτόριο και ξεχωριστή μουσική πορεία.
Παρά το γεγονός ότι για την ίδια δεν υπάρχουν εκτενή αφιερώματα, τα στοιχεία που βρέθηκαν φωτίζουν τη ζωή και την καριέρα της. Και καθώς η Βούλα Πάλλα ταυτίστηκε από πολλούς με τα λεγόμενα «ινδοπρεπή» τραγούδια, αξίζει να θυμηθούμε τις έντονες διαφωνίες που είχαν προκύψει τότε στους μουσικούς κύκλους για τη νομιμότητα και την ηθική των διασκευών ινδικών μελωδιών.

Τα πρώτα χρόνια και η σκληρή παιδική ηλικία
Η Βούλα Πάλλα γεννήθηκε στον Κόρφο Κορινθίας στις 29 Μαρτίου 1929 και το βαφτιστικό της όνομα ήταν Παρασκευή. Ο πατέρας της, Παναγιώτης Πάλλας, ήταν μαραθωνοδρόμος και κωπηλάτης, ενώ η μητέρα της, Ευαγγελία Παπαδοπούλου, προερχόταν από θρησκευτική οικογένεια. Η Βούλα είχε μία αδελφή, τη Φωτεινή.

Ο πατέρας της έφυγε από τη ζωή όταν εκείνη ήταν μόλις τριών ετών, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό. Η οικογένεια έμεινε χωρίς οικονομικά στηρίγματα και την ανατροφή της ανέλαβε ο δικηγόρος θείος της μητέρας της.
Όταν ήταν γύρω στα δέκα, στάλθηκε σε μια οικογένεια στις Σέρρες που υποσχέθηκε να τη φροντίσει, αλλά στην πραγματικότητα τη χρησιμοποιούσε για τις δουλειές του σπιτιού. Έτσι επέστρεψε πίσω στην οικογένειά της.
Έζησε για τρία χρόνια στη Στιμάγκα Νεμέας, φιλοξενούμενη από θείο της που ήταν δασοφύλακας. Αργότερα γράφτηκε εσωτερική στη Σχολή Καλογραιών στον Πειραιά, αλλά ο πόλεμος διέκοψε πρόωρα τις σπουδές της.
Με την επιστροφή στον Κόρφο, άρχισε να ασχολείται με αγροτικές δουλειές και παράλληλα φανέρωσε το ταλέντο της στο τραγούδι. Έψελνε στην εκκλησία, τραγουδούσε δημοτικά στο σπίτι και σε πανηγύρια, δείχνοντας από μικρή την ιδιαίτερη κλίση της στη μουσική.
Η εγκατάσταση στην Αθήνα και τα πρώτα μουσικά βήματα
Το 1951 παντρεύτηκε τον Μιχάλη Πρωτόπαππα, από την Ύδρα, και μετακόμισαν στην Αθήνα. Μαζί απέκτησαν δύο γιους και ζούσαν στον Βοτανικό. Η ίδια διατηρούσε κατάστημα με ελαστικά, ενώ παράλληλα το πάθος της για το τραγούδι δεν έσβηνε.
Ακούγοντας στο ραδιόφωνο ότι η Columbia δίνει την ευκαιρία σε ερασιτέχνες να ηχογραφήσουν έναν δίσκο, πήγε στο στούντιο. Η φωνή της εντυπωσίασε τους υπεύθυνους, αλλά όταν ένας παραγωγός τής ζήτησε «ανταλλάγματα», απογοητευμένη αποσύρθηκε από τη διαδικασία.
Η γνωριμία με τον Στέλιο Χρυσίνη και η συνεργασία με τη RCA
Ένα βράδυ, διασκεδάζοντας σε ταβέρνα στον Άγιο Μελέτη, τραγούδησε μπροστά στον τυφλό κιθαρίστα και παραγωγό Στέλιο Χρυσίνη. Εκείνος ενθουσιάστηκε και της πρότεινε να τη φέρει σε επαφή με τον διευθυντή της RCA, Γιώργο Ορφανίδη. Έτσι ξεκίνησε η συνεργασία τους, με τη Βούλα να θέτει όρο να μην εμφανίζεται σε μαγαζιά, αλλά μόνο να ηχογραφεί.
Ηχογράφησε το πρώτο της τραγούδι, «Το Καλαθάκι», με το Τρίο Ατενέ. Στη συνέχεια στράφηκε στα δημοτικά, αλλά επιθυμούσε να ερμηνεύσει λαϊκά. Όταν οι παραγωγοί αρνήθηκαν, αποσύρθηκε για έναν χρόνο.
Η μετάβαση στα λαϊκά και τα πρώτα ινδοπρεπή
Το πρώτο της ινδοπρεπές τραγούδι ήταν το «Αγάπη τόσο όμορφη», στην εταιρεία ΝΙΝΑ. Όταν ο Ορφανίδης της ζήτησε να επιστρέψει στη RCA, εκείνη έθεσε ως όρο να τραγουδά λαϊκά. Πλήρωσε μάλιστα από την τσέπη της τους μουσικούς και εξασφάλισε υψηλά ποσοστά από τις πωλήσεις.
Με μουσικούς όπως ο Στέλιος Ζαφειρίου και ο Λάζαρος Κουλαξίζης, ηχογράφησε μεγάλες επιτυχίες όπως το «Γύρισε πάλι κοντά μου» και το «Αγάπη μου». Το χαρακτηριστικό της «Αχ!» εντυπωσίασε τους πάντες.
Η δημιουργική ακμή και οι σημαντικές συνεργασίες
Η Πάλλα συνέχισε με διασκευές ινδικών τραγουδιών του Ali Naushad και του S. Mohinder, πάντα με το δικό της ύφος. Το 1965 έκανε τεράστια επιτυχία με τα «Η Παντρεμένη» και «Συγχώρα με», με δική της μουσική και στίχους.
Ερμήνευσε και δημιουργίες άλλων σπουδαίων συνθετών: «Αθώο φιλί» (Χρ. Νικολόπουλος – Πυθαγόρας), «Μ’ άφησες ένα δειλινό» (Θ. Δερβενιώτης – Γ. Σαμολαδάς), καθώς και δύο τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου: «Απάνω στο τιμόνι» και «Γύρισε ξανά», σε στίχους Κώστα Γεωργουσόπουλου.
Λίγες εμφανίσεις στην Ελλάδα, αποθέωση στο εξωτερικό
Παρόλο που την καλούσαν συχνά σε μαγαζιά, δεν ήθελε να τραγουδά μπροστά σε κοινό. Τελικά το τόλμησε το 1970, αλλά στο εξωτερικό: Καναδάς, ΗΠΑ, Αυστραλία. Οι Έλληνες του εξωτερικού την αποθέωναν. Στην Ελλάδα όμως, οι εμφανίσεις της ήταν ελάχιστες.
Το 1969 η RCA πέρασε στην Polygram, όπου δεν προωθήθηκε ιδιαίτερα. Κυκλοφόρησε έναν μόνο δίσκο με διασκευασμένα δημοτικά και μετά το 1974, το LP «14 Λαϊκά Κεντήματα» από την εταιρεία ZODIAC του Αλέκου Πατσιφά.
Το τέλος της πορείας και η μάχη με τον καρκίνο
Αν και δεν έκανε καταχρήσεις, η υγεία της ήταν εύθραυστη. Υποβλήθηκε σε 15 επεμβάσεις. Το 1979 διαγνώστηκε με καρκίνο στο παχύ έντερο. Πριν φύγει για θεραπεία στην Αμερική, πρόλαβε να τραγουδήσει για τους ομογενείς στο «Τσολιάς».
Ανάμεσα στα τραγούδια της ξεχωρίζουν: «Γλυκιά μου αγάπη», «Καρδιολόγος», «Μοιάζω μ’ ένα δέντρο μαραμένο», «Σαν πουλί κυνηγημένο», «Τι θα γίνω», «Το ταξίδι της ζωής».
Η Βούλα Πάλλα έφυγε στις 28 Αυγούστου 1980 στην κλινική «Καλός Σαμαρείτης» και κηδεύτηκε στον Κόρφο. Στον Τύπο της εποχής, απλώς αναφέρθηκε: «Πέθανε χθες η ερμηνεύτρια ινδικών τραγουδιών Βούλα Πάλλα». Ήταν όμως κάτι πολύ παραπάνω.
Η εποχή των ινδοπρεπών και οι διαμάχες
Η Πάλλα ερμήνευσε πλήθος τραγουδιών βασισμένων σε ινδικές συνθέσεις, πάντα αναγνωρίζοντας τους αυθεντικούς δημιουργούς. Από το 1960, όταν προβλήθηκε η ταινία «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» με τη Ναργκίς, η «μόδα» των ινδικών μουσικών έφτασε και στην Ελλάδα. Ακολούθησαν 111 ινδικές ταινίες με τραγούδια που αποτέλεσαν «πηγή» έμπνευσης για Έλληνες δημιουργούς.

Μουσικοί πήγαιναν στους κινηματογράφους με μαγνητόφωνα, ηχογραφούσαν και διασκεύαζαν τα τραγούδια, δίνοντάς τους ελληνικούς στίχους. Πολλές φορές δύο ή και τρεις συνθέτες χρησιμοποιούσαν την ίδια ινδική μελωδία, γεγονός που έφερνε αμηχανία στα στούντιο.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε ο πιο έντονος επικριτής, καταγγέλλοντας ότι «9 στους 10 συνθέτες αντιγράφουν ινδικά, τούρκικα και κινέζικα μοτίβα».

Οι Θόδωρος Δερβενιώτης και Απόστολος Καλδάρας απάντησαν, υποστηρίζοντας ότι οι ανατολικές μουσικές έχουν κοινή βάση με τη βυζαντινή και τα λαϊκά τραγούδια των προσφύγων.
Ο συνθέτης Μπάμπης Δαλιάνης πρότεινε υπεύθυνες δηλώσεις για να ελέγχεται η αυθεντικότητα, ενώ ο Νίκος Καρανικόλας κατηγόρησε τον Τσιτσάνη για αντιγραφές!

Η έρευνα της Ελένης Αμπατζή και του Μανουήλ Τασούλα, στο βιβλίο «Ινδοπρεπών Αποκάλυψη», δείχνει ότι τουλάχιστον πέντε από τα τραγούδια που κατήγγειλε ο Τσιτσάνης έχουν εμφανείς ομοιότητες με ινδικά.
Το θέμα της επιρροής των ινδικών, αραβικών και ανατολίτικων μελωδιών στο ελληνικό τραγούδι παραμένει ανοιχτό και έχει ακόμη πολλά να αποκαλύψει.
To «alldaynews.gr» αποποιείται κάθε ευθύνη από τις αναδημοσιεύσεις άρθρων τρίτων ιστοσελίδων, για τα οποία (άρθρα) την ευθύνη την έχει ο υπογράφων ως πηγή.







































![Alldaynews.gr Νεαρός στη λαϊκή τα “Χώνει” στα γερόντια: «Ρε μ@.@κες – Θα πεθάνετε ρε πάτε καλα;»[video]](https://alldaynews.gr/wp-content/uploads/2020/03/laiki-360x180.jpg)





























































