Μια συγκλονιστική διήγηση από το Άγιο Όρος θυμίζει πως, ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές, η πίστη και η ελπίδα στην Παναγία δεν αφήνουν τους ανθρώπους αβοήθητους. Οι πατέρες της Νέας Σκήτης αφηγούνται ένα γεγονός από τα χρόνια της Κατοχής που έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη τους.
Η δύσκολη περίοδος της κατοχής και η πείνα
Για την ιδιαίτερη φροντίδα της Κυρίας και Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, οι Πατέρες της ιεράς Νέας Σκήτης, μου διηγήθηκαν το ακόλουθο γεγονός:
Το 1942, μέσα στα μαύρα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, η πατρίδα μας δοκιμαζόταν σκληρά. Η πείνα και η έλλειψη βασικών αγαθών είχαν γονατίσει τον λαό. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και καθημερινά άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους, ενώ τα κάρα μάζευαν τους νεκρούς για να τους θάψουν ομαδικά.
Ωστόσο στο Άγιο Όρος, οι μοναχοί ένιωθαν ότι η Παναγία, η Μητέρα του Θεού και προστάτιδα του τόπου, φρόντιζε για αυτούς με τρόπο θαυμαστό. Παρότι η φτώχεια ήταν μεγάλη, δεν βίωσαν την απόγνωση που επικρατούσε στον υπόλοιπο κόσμο.
Δύο χρόνια μετά τον πόλεμο της Αλβανίας με τους Ιταλούς, όταν οι Γερμανοί είχαν ήδη καταλάβει την Ελλάδα και ο αποκλεισμός τροφίμων ήταν γενικός, οι πατέρες της Νέας Σκήτης βρέθηκαν μπροστά σε ένα δύσκολο πρόβλημα.
Το αλεύρι που υπήρχε στη συνοδεία τους έφτανε μόλις για δύο ζυμώματα. Αν τελείωνε, κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν. Όπως διηγούνταν ο παπά Ιωακείμ ο Σπετσέρης, στο κελί τους ζούσαν ο πατήρ Θεοφύλακτος, ο μακαρίτης γέροντας Γαλακτίων και ακόμη ένας αδελφός. Η ανησυχία και η απογοήτευση ήταν μεγάλη.
Ο γέροντας Ιωακείμ όμως, άνθρωπος βαθιάς πίστης και μεγάλης καρδιάς, προσπαθούσε να τους στηρίζει. Με πραότητα και σιγουριά τους έλεγε:
«Μη λυπήστε παιδιά μου, δεν θα μας αφήσει ο Θεός. Έχουμε την Παναγία, τη μητέρα του Θεού, βοηθό μας. Σύμφωνα με την υπόσχεσή της θα φροντίσει για μας.
Και αν ακόμη ο Θεός επιτρέψει να στερηθούμε τα υλικά αγαθά και να πεινάσουμε, δεν θα είναι μεγάλο κακό. Αν με υπομονή και χωρίς γογγυσμό υποφέρουμε ό,τι έρθει, αυτό θα γίνει ωφέλιμο για τη σωτηρία της ψυχής μας».
Και συνέχιζε να τους ενθαρρύνει:
«Εμείς σαν μοναχοί πρέπει να κάνουμε κουράγιο. Να έχουμε την ελπίδα μας στον Θεό και στην Κυρία Θεοτόκο και με το παράδειγμά μας να δίνουμε δύναμη και στον κόσμο που υποφέρει πολύ περισσότερο από εμάς».
Με προσεκτική οικονομία στο λίγο αλεύρι που είχαν, κατάφεραν να περάσουν από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο. Όταν έφτασε εκείνη η περίοδος, άρχισαν και οι καθημερινές παρακλήσεις προς την Παναγία για τη γιορτή της 15ης Αυγούστου.
Τότε όμως το ψωμί είχε τελειώσει εντελώς.
Ο γείτονάς τους, ο πατήρ Αρσένιος Μαντζαρόλας, που ήταν μυλωνάς της Σκήτης, δεν είχε ούτε εκείνος ψωμί. Μάλιστα είχε δανειστεί από πολλούς πατέρες ολόκληρες φουρνιές – δεκαπέντε έως είκοσι ψωμιά – χωρίς να μπορεί να τα επιστρέψει.
Στο κελί του πατρός Ιωακείμ ερχόταν σπάνια. Ο γέροντας τον συμβούλευε συχνά να περιορίσει τα ταξίδια του στον κόσμο, γιατί ο μοναχός κινδυνεύει πνευματικά όταν περιπλανιέται έξω από το μοναστήρι.
Το όραμα που άλλαξε τα πάντα
Ήταν 12 Αυγούστου, περίπου έξι το απόγευμα με τη βυζαντινή ώρα, όταν ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα. Ο πατήρ Ιάκωβος έτρεξε να ανοίξει και βρήκε μπροστά του τον πατέρα Αρσένιο.
Τον ρώτησε έκπληκτος:
«Πώς τέτοια ώρα πάτερ Αρσένιε; Τι συμβαίνει; Τον καλό καιρό δεν ερχόσουν και τώρα ήρθες μεσημεριάτικα;»
Ο πατήρ Αρσένιος, σχεδόν συγκινημένος, του απάντησε:
«Σώπα π. Ιάκωβε και έλα έξω στην απλωταριά, στον εξώστη, να δεις τα θαύματα της Κυρίας Θεοτόκου και τη φροντίδα που έχει για μας τους μοναχούς της η Παναγία».
Βγήκαν έξω και είδαν τα κατάρτια ενός πλοίου.
«Να, π. Ιάκωβε», του είπε, «η Παναγιά μας έφερε σιτάρι!»
Ο πατήρ Ιάκωβος απόρησε:
«Πώς το ξέρεις αυτό; Πήγες στην παραλία και το είδες;»
Και τότε ο πατήρ Αρσένιος του εξήγησε τι είχε συμβεί.
Επειδή δεν είχε καθόλου ψωμί και ντρεπόταν για τα χρέη του προς τους άλλους πατέρες, αποφάσισε το επόμενο πρωί να φύγει από το Άγιο Όρος και να επιστρέψει με τα πόδια στη Σπάρτη, την πατρίδα του.
Με αυτή τη σκέψη, ξάπλωσε στενοχωρημένος και νηστικός να ξεκουραστεί.
Τότε είδε στον ύπνο του τη μητέρα του να του λέει:
«Τι έχεις παιδί μου και είσαι τόσο λυπημένος;»
«Μάνα», της είπε, «πώς να μην είμαι; Δεν έχω ψωμί. Πεινώ».
Και εκείνη τον ρώτησε:
«Και γι’ αυτό θέλεις να φύγεις από το Όρος;»
«Ναι», της απάντησε.
Τότε εκείνη του είπε:
«Και πού σκέφτεσαι να πας παιδί μου; Δυστυχισμένο παιδί… Δεν είμαι εγώ η Κυβερνήτης του Όρους; Τόσους αιώνες το προστατεύω, το συντηρώ και το φυλάω. Όλους τους πατέρες που υπομένουν εδώ δεν τους έχω σαν αγαπημένα μου παιδιά; Πώς είναι δυνατόν να αθετήσω την υπόσχεσή μου;
Ιδού, σας έφερα ένα καΐκι με σιτάρι. Σήκω και κατέβα να πάρεις».
Ο πατήρ Αρσένιος της απάντησε:
«Μητέρα μου, πώς να πάρω σιτάρι αφού δεν έχω χρήματα;»
Και εκείνη του είπε:
«Το ξέρω κι αυτό παιδί μου. Αλλά εκεί κάτω είναι ο γέρο-Συμεών με τη συνοδεία του και κι αυτοί δεν έχουν σιτάρι, όμως έχουν την ελπίδα τους σε μένα. Πήγαινε σε αυτούς και θα σου δώσουν χρήματα. Πες τους να κατέβουν κι αυτοί μαζί με όλους τους πατέρες να πάρουν».
Όταν τελείωσε το όραμα, ο πατήρ Αρσένιος κατάλαβε πως δεν ήταν η μητέρα του, αλλά η ίδια η Παναγία.
Το καΐκι με το σιτάρι
Αμέσως ειδοποίησαν τον γέροντα και πήραν σακιά και χρήματα για να κατέβουν στην παραλία πριν φύγει το καΐκι.
Εκεί συνάντησαν τους καπεταναίους. Οι ναυτικοί τους εξήγησαν πως δεν είχαν σιτάρι για πώληση. Οι Γερμανοί τους είχαν υποχρεώσει να μεταφέρουν πολεμικά είδη και τους επέτρεψαν να πάρουν μόνο τριακόσιες οκάδες σιτάρι για κάθε οικογένεια.
Παρόλα αυτά, συγκινημένοι από τη φτώχεια των μοναχών, τους είπαν:
«Πατέρες, επειδή κι εσείς δεν έχετε καθόλου, θα σας δώσουμε από τριάντα οκάδες στον καθένα για να οικονομηθείτε».
Όταν έμαθαν πόσοι μοναχοί ήταν, υπολόγισαν την ποσότητα που θα έπαιρνε κάθε συνοδεία. Έτσι οι πατέρες ευχαρίστησαν τον Θεό και παρέλαβαν το σιτάρι.
Οι Γερμανοί αξιωματικοί δεν αντέδρασαν καθόλου.
Οι ναυτικοί έπρεπε να μείνουν μέχρι τα μεσάνυχτα πριν φύγουν και ζήτησαν από τους πατέρες να προσκυνήσουν τα άγια λείψανα της Σκήτης. Οι μοναχοί τους δέχτηκαν με χαρά.
Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας, ο καπετάνιος ρώτησε:
«Πατέρες, μήπως μπορείτε να μας δώσετε λίγο καφέ και να σας δώσουμε σιτάρι;»
Οι μοναχοί συμφώνησαν. Όταν όμως συζήτησαν για την τιμή, οι ναυτικοί ήθελαν να δώσουν πολύ περισσότερο σιτάρι απ’ ό,τι θεωρούσαν σωστό οι πατέρες.
Ο πατήρ Ιάκωβος τους είπε:
«Όχι αδελφοί, αυτό είναι αισχροκέρδεια και δεν το θέλει ο Δεσπότης Χριστός».
Μετά από συζήτηση συμφώνησαν σε μια τιμή που ικανοποιούσε όλους.
Όταν ο ναύκληρος έμαθε ότι οι μοναχοί είχαν και άλλον γέροντα στο κελί, είπε συγκινημένος:
«Πατέρες, όλο το σιτάρι που έχουμε στο καΐκι θα μείνει εδώ για όλους τους αδελφούς σας».
Η ευχαριστία προς την Παναγία
Στη συνέχεια πήγαν όλοι μαζί στο Κυριακό της Σκήτης. Οι ναυτικοί προσκύνησαν τα άγια λείψανα και οι μοναχοί τέλεσαν δοξολογία και ολονύχτια αγρυπνία.
Με δάκρυα ευχαρίστησαν την προστάτιδα του Αγίου Όρους, την Κυρία και Δέσποινα Θεοτόκο, και προσευχήθηκαν να σταματήσουν οι πόλεμοι και να ειρηνεύσει ο κόσμος.
Οι ναυτικοί και οι Γερμανοί έφυγαν βαθιά συγκινημένοι.
Και οι πατέρες κράτησαν για πάντα μέσα τους τη βεβαιότητα ότι η Παναγία δεν εγκαταλείπει ποτέ όσους την εμπιστεύονται.
Δεν θα μας αφήσει η Παναγία στην πείνα. Κάντε τα σπίτια σας Άγιον Όρος Πηγή: www.pigizois.net – yiorgosthalassis.blogspot.com
