Σήμερα, Σάββατο 1η Αυγούστου, η Εκκλησία τιμά μια Αγία με συγκλονιστική ιστορία: την Οσιομάρτυρα Ελέσα, η οποία αποκεφαλίστηκε από τον ίδιο της τον πατέρα επειδή αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πίστη της.
Σύμφωνα με το εορτολόγιο, σήμερα τιμάται η μνήμη της Οσιομάρτυρος Ελέσης, η οποία μαρτύρησε στα Κύθηρα.
Παράλληλα, η Εκκλησία εορτάζει την Πρόοδο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, τη μνήμη των Αγίων Εννέα Μαρτύρων εν Πέργη, των Αγίων Επτά Μακκαβαίων και της μητέρας τους Σολομονής, αλλά και της Αγίας Νεομάρτυρος Κασσάνδρας της Τραπεζούντιας.
Τα ονόματα που γιορτάζουν σήμερα είναι:
- Ελέσα, Ελέσσα
- Εύκλεος, Ευκλεή, Ευκλέα
- Μάρκελος*
- Σολομονή
- Κασσάνδρα*
*Υπάρχουν και άλλες ημερομηνίες κατά τις οποίες γιορτάζουν αυτά τα ονόματα.
Αγία Ελέσα: Η Οσιομάρτυς που αποκεφαλίστηκε από τον πατέρα της
Η Αγία Ελέσα γεννήθηκε στην Πελοπόννησο. Πατέρας της ήταν ο Ελλάδιος, ένας πλούσιος Έλληνας άρχοντας, ο οποίος παρέμενε πιστός στην ειδωλολατρία.
Η μητέρα της, Ευγενία, ήταν μια ενάρετη και πιστή γυναίκα, προικισμένη με πολλά χαρίσματα. Επειδή δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά, προσευχόταν θερμά στον Θεό και τον παρακαλούσε να την αξιώσει να γίνει μητέρα.
Μια ημέρα, την ώρα που βρισκόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν, άκουσε μια φωνή από τον ουρανό να της λέει: «Σε ελέησε ο Θεός σε ότι του ζήτησες, και σου έδωσε καρπόν κοιλίας».
Όταν γεννήθηκε η κόρη της, ονομάστηκε Ελέσα, από τη φράση που είχε ακούσει η μητέρα της «ἐλέησέ σε ὁ Θεός». Η Ευγενία αφιέρωσε το παιδί της στον Κύριο και φρόντισε να βαπτιστεί χριστιανή, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η πίστη και η αγάπη της Ελέσας προς τον Θεό γίνονταν ολοένα και ισχυρότερες. Όταν η μητέρα της κοιμήθηκε, η Αγία ήταν μόλις 14 ετών.
Η Ελέσα γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει με τον ειδωλολάτρη πατέρα της, ο οποίος σχεδίαζε να την παντρέψει με έναν άρχοντα.
Έπειτα από πολλή προσευχή και μόλις βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, μοίρασε μεγάλο μέρος της περιουσίας της σε φτωχούς και ορφανά και εγκατέλειψε το πατρικό της σπίτι. Μαζί με δύο δούλες της κατέφυγε στα Κύθηρα, όπου άρχισε να ασκητεύει σε ένα βουνό.
Η καταδίωξη και το μαρτύριο στην κορυφή του βουνού
Ο πατέρας της δεν σταμάτησε να την αναζητά. Όταν τελικά την εντόπισε, προσπάθησε να την πείσει να επιστρέψει μαζί του στο σπίτι. Η Αγία, όμως, αρνήθηκε και ο Ελλάδιος, κυριευμένος από οργή, άρχισε να την καταδιώκει.
Η Αγία, προσπαθώντας να σωθεί, έφθασε στους πρόποδες του βουνού που σήμερα φέρει το όνομά της και παρακάλεσε τον Θεό λέγοντας «σκίσε γη και κρύψε με».
Σύμφωνα με την παράδοση, το βουνό σχίστηκε και η Ελέσα πέρασε μέσα από το άνοιγμα, φθάνοντας μέχρι την κορυφή. Ο πατέρας της, ωστόσο, την ακολούθησε σε κατάσταση παραφροσύνης και την αποκεφάλισε την 1η Αυγούστου του 375 μ.Χ.
Η υπηρέτριά της έθαψε το σώμα της στο σημείο όπου ολοκληρώθηκε το μαρτύριό της.
Ο ναός που χτίστηκε πάνω από τον τάφο της Αγίας
Οι πρώτοι χριστιανοί που έφθασαν στα Κύθηρα για να προσκυνήσουν τον τάφο της Αγίας έχτισαν έναν μικρό ναό, ο οποίος βρισκόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του μέσα στο έδαφος. Οι πιστοί κατέβαιναν σε αυτόν μέσω πέντε ή έξι σκαλοπατιών.
Η Αγία Τράπεζα τοποθετήθηκε ακριβώς πάνω από τον τάφο της Αγίας. Η παράδοση αναφέρει ότι από πολύ παλιά έφθαναν στο νησί προσκυνητές από τη Μάνη, κάθε 1η Αυγούστου, για να τιμήσουν τη μνήμη της.
Ο μικρός ναός διατηρήθηκε μέχρι το 1867 μ.Χ. και αποτελούσε ιδιοκτησία της οικογένειας Κασιμάτη – Γεράκα. Το 1871 μ.Χ., με τις συνδρομές των χριστιανών, ανεγέρθηκε ο σημερινός μεγαλύτερος ναός πάνω στα ερείπια του παλαιού.
Το παλαιότερο κτίσμα επιχωματώθηκε, ώστε να ισοπεδωθεί το έδαφος και να κατασκευαστεί ο νέος ναός. Το Ιερό Βήμα χτίστηκε ακριβώς πάνω από τον αρχικό ναΐσκο, ενώ η νέα Αγία Τράπεζα τοποθετήθηκε στο σημείο όπου βρισκόταν ο τάφος της Αγίας.
Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν γύρω από τον ναό και τα πρώτα ισόγεια κελιά με καμάρες. Ο ναός ήταν συναδελφικός, με αδελφούς τους Βενέρηδες από το χωριό Γερακιάνικα.
Το 1945 μ.Χ. μετατράπηκε σε ενοριακό ναό του γειτονικού χωριού Πούρκου. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 άρχισαν σημαντικά έργα για τον εξωραϊσμό και την ανάδειξη του προσκυνήματος.
Μεταξύ άλλων, ανακαινίστηκε ο ναός, ανεγέρθηκε νέο κωδωνοστάσιο, διαμορφώθηκε ο περιβάλλων χώρος και κατασκευάστηκαν ηγουμενείο και σύγχρονα κελιά. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε η ηλεκτροδότηση της περιοχής.
Το δυσκολότερο έργο ήταν η διάνοιξη αυτοκινητόδρομου, καθώς το προσκύνημα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα δυσπρόσιτη τοποθεσία, ανάμεσα σε κάθετους και απόκρημνους βράχους.
Η Αγία Ελέσα και ο Όσιος Θεόδωρος θεωρούνται προστάτες των Κυθήρων. Οι κάτοικοι πιστεύουν, μάλιστα, ότι η Αγία έχει «χαλινώσει» τα φίδια του νησιού, με αποτέλεσμα να μην είναι δηλητηριώδη.
Σημείωση: Η μνήμη της συγκεκριμένης Αγίας δεν συναντάται στους Συναξαριστές, καθώς αναφέρεται ως μάρτυρας μόνο στην παράδοση των Κυθήρων.
Η Πρόοδος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού
Την 1η Αυγούστου, πρώτη ημέρα του μήνα της Παναγίας, η Εκκλησία εορτάζει την Πρόοδο, δηλαδή τη λιτάνευση, του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.
Η εορτή αναφέρεται στην έξοδο του Τιμίου Σταυρού από το παλάτι ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, από το σκευοφυλάκιο της Μεγάλης Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.
Η εορτή συμπίπτει με την έναρξη της νηστείας για την Κοίμηση της Θεοτόκου και καθιερώθηκε ως ανάμνηση της σωτηρίας των Βυζαντινών από επιδρομή των Σαρακηνών, με τη βοήθεια του Τιμίου Σταυρού.
Οι εννέα μάρτυρες που βασανίστηκαν στην Πέργη
Οι εννέα Άγιοι Μάρτυρες ήταν ο Λέοντιος, ο Άττος, ο Αλέξανδρος, ο Κινδέας, ο Μνησίθεος, ο Κυριακός, ο Μηναίος, ο Κατούνος και ο Ευκλής.
Έζησαν στην Πέργη της Παμφυλίας, την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του ηγεμόνα Φλαβιανού. Οι περισσότεροι εργάζονταν ως γεωργοί, ενώ ο Μηναίος ήταν ξυλουργός.
Από μικρή ηλικία είχαν δεχθεί βαθιά μέσα τους τη χριστιανική πίστη και παρέμειναν αφοσιωμένοι σε αυτήν και μετά την ενηλικίωσή τους.
Ένα βράδυ αποφάσισαν να μαρτυρήσουν για τον Χριστό. Μπήκαν στον ειδωλολατρικό ναό της Αρτέμιδος και κατέστρεψαν τα αγάλματα που βρίσκονταν στο εσωτερικό του.
Αμέσως μετά συνελήφθησαν από τους ειδωλολάτρες. Αφού ανακρίθηκαν, υποβλήθηκαν σε φρικτά βασανιστήρια, με σκοπό να αρνηθούν την πίστη τους.
Αρχικά έκαψαν τα πλευρά τους και στη συνέχεια έσκισαν τις σάρκες τους με σιδερένια νύχια. Έπειτα χρησιμοποίησαν αναμμένους δαυλούς και τους τύφλωσαν.
Οι βασανιστές τους έκλεισαν κατόπιν σε μια απάνθρωπη φυλακή, χωρίς νερό και τροφή. Ύστερα από κάποιο διάστημα, τους έβγαλαν και τους πέταξαν μέσα σε κλουβί με άγρια θηρία, περιμένοντας ότι θα τους κατασπαράξουν.
Τα ζώα, όμως, παρά την πείνα τους, παρέμειναν ήρεμα και δεν πλησίασαν τους Αγίους. Όσοι αντίκρισαν το γεγονός συγκλονίστηκαν και φώναξαν όλοι μαζί: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».
Τότε, σύμφωνα με την παράδοση, ακούστηκαν δυνατές βροντές, άρχισαν να πέφτουν αστραπές και ξέσπασε βροχή. Ταυτόχρονα, μια φωνή καλούσε τους Αγίους στον ουρανό.
Μόλις άκουσαν τη φωνή, οι εννέα μάρτυρες γέμισαν χαρά. Ο τύραννος, εξοργισμένος από όσα συνέβησαν, διέταξε τελικά τον αποκεφαλισμό τους.
Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώθηκε το μαρτύριο των εννέα Αγίων, οι οποίοι πέρασαν στην αιώνια Βασιλεία.
