Ήταν μια υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο και έμεινε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη της κοινωνίας. Το έγκλημα του Παναγιώτη Φραντζή το 1987 θεωρήθηκε ένα από τα πιο φρικτά στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80, με πρωταγωνιστές έναν ζηλιάρη σύζυγο και μια νεαρή γυναίκα που δολοφονήθηκε με τον πιο βίαιο τρόπο.
Η σοκαριστική αντίδραση του εισαγγελέα
Ο εισαγγελέας που άκουσε τον Παναγιώτη Φραντζή να περιγράφει στη δίκη του πώς του πήρε τέσσερις ολόκληρες ώρες για να τεμαχίσει το άψυχο σώμα της 18χρονης συζύγου του, Ζωής Γαρμανή, φέρεται να αγανάκτησε τόσο πολύ, που του είπε κατά πρόσωπο: «Πήγαινε να αυτοκτονήσεις».
Αν και η θανατική ποινή είχε καταργηθεί στην Ελλάδα από το 1972, ο εισαγγελέας δεν έκρυψε ότι θα την πρότεινε αν υπήρχε ως ποινή. Ο Παναγιώτης Φραντζής καταδικάστηκε τελικά σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και βεβήλωση πτώματος.
Μια φρικτή ανακάλυψη στα σκουπίδια
Το έγκλημα αποκαλύφθηκε στις 25 Ιουνίου 1987, όταν ένας οδοκαθαριστής στα Κάτω Πατήσια βρήκε σε σακούλες σκουπιδιών κομμάτια από το σώμα μιας ακέφαλης γυναίκας. Η αστυνομία χρειάστηκε χρόνο για να ταυτοποιήσει τη σορό και να διαπιστώσει ότι επρόκειτο για την 18χρονη Ζωή Γαρμανή, σύζυγο του 27χρονου Παναγιώτη Φραντζή.
Ο δράστης είχε αφήσει μέσα σε μία από τις σακούλες μια απόδειξη από κρεοπωλείο, η οποία αποτέλεσε σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο για την εξιχνίαση της υπόθεσης.
Αντιλαμβανόμενος πως οι αρχές πλησίαζαν, ο Φραντζής παραδόθηκε και ομολόγησε. Έδωσε μάλιστα και την τοποθεσία όπου είχε πετάξει το κεφάλι της γυναίκας του. Η ιατροδικαστική έκθεση επιβεβαίωσε τον στραγγαλισμό ως αιτία θανάτου, με ενδείξεις ασφυξίας σε πνεύμονες και καρδιά.
Ένας παθιασμένος και καταστροφικός δεσμός
Ο Παναγιώτης και η Ζωή γνωρίστηκαν όταν εκείνη ήταν μόλις 16 ετών. Εκείνος φοιτητής στην ΑΣΟΕΕ, εκείνη μαθήτρια Λυκείου. Παντρεύτηκαν νέοι και, όπως ομολόγησε αργότερα ο δράστης, η σχέση τους είχε έντονα ξεσπάσματα και ζήλιες.
Η Ζωή, όμορφη και ζωηρή, σύμφωνα με τον Φραντζή προκαλούσε τις ανασφάλειες και τη ζήλια του. Εκείνος ισχυριζόταν πως την αγαπούσε παθιασμένα και πως μετά από κάθε τσακωμό «τα ξαναέβρισκαν».
Το μοιραίο βράδυ, μετά από έναν ακόμα έντονο καυγά, στον οποίο –όπως είπε αργότερα ο Φραντζής– η Ζωή τον προσέβαλε αποκαλώντας τον «ανίκανο», εκείνος φέρεται να θόλωσε, να έχασε τον έλεγχο και να τη στραγγάλισε.
Ο διαμελισμός και η απόπειρα συγκάλυψης
«Όταν κατάλαβα ότι είναι νεκρή, έπρεπε να την εξαφανίσω. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω» φέρεται να είπε ο Φραντζής. Πήρε ένα κουζινομάχαιρο και ένα σφυρί, και μέσα σε τέσσερις εφιαλτικές ώρες τεμάχισε τη Ζωή σε έντεκα κομμάτια.
Αμέσως μετά το έγκλημα μεταφέρει το πτώμα στη μπανιέρα και με ένα κρητικό μαχαίρι και ένα σφυρί θα τεμαχίζει για ώρες τη Ζωή την οποία θα διαμελίσει σε 16 κομμάτια για να καλύψει τα ίχνη του. Πέταξε τα μέλη της στα σκουπίδια, πιστεύοντας ότι θα καταφέρει να καλύψει το έγκλημά του, λέγοντας πως εκείνη «τον είχε εγκαταλείψει».
Για να είναι σίγουρος μάλιστα ότι το πτώμα ακόμη και αν βρεθεί δεν θα μπορεί να αναγνωριστεί καθώς το DNA εκείνη την εποχή είναι σχεδόν άγνωστη λέξη, ο Φραντζής θα την αποκεφαλίσει και θα της βγάλει τα μάτια, θα της κόψει τη μύτη, τα αυτιά και τα μαλλιά…
«Ήμουν σε κακή κατάσταση. Έκανα εμετό όταν την τεμάχιζα και σταματούσα. Ξανάρχιζα. Υπήρχε και μια έντονη μυρωδιά από τα αίματα. Όμως την αγαπώ. Την αγαπώ πολύ» θα πει στους αστυνομικούς.
Θα βάλει τα μέλη της Ζωής σε σακούλες σκουπιδιών και θα τα πετάξει στους κάδους, βέβαιος ότι έχει κάνει το τέλειο έγκλημα. Το μαχαίρι θα το πετάξει στην Πειραϊκή και δεν θα βρεθεί ποτέ.
Η απεργία των απορριμματοφόρων όμως θα χαλάσει τα σχέδια του.
Στην αναπαράσταση του εγκλήματος ο Φραντζής θα πει με απόλυτο κυνισμό: «Έχασα το παιχνίδι γιατί το σκουπιδιάρικο δεν πρόλαβε να πάρει το πτώμα». Ατάραχός και ασυγκίνητος θα περιγράψει βήμα βήμα το ανατριχιαστικό του έγκλημα. Το συγκεντρωμένο πλήθος θα φωνάζει «Θάνατος…».
Όταν ρωτήθηκε, πως είχε καταφέρει να τεμαχίσει το πτώμα με τόση ακρίβεια θα σοκάρει απαντώνας: «Δεν είναι ανάγκη να δουλεύω σε κρεοπωλείο για να ξέρω. Είναι πολύ εύκολο. Δεν είναι τίποτα το δύσκολο, αρκεί να σημαδεύεις τις κλειδώσεις».
Η δικαιοσύνη τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση και βεβήλωση πτώματος. Αν και του επιβλήθηκε ισόβια, αποφυλακίστηκε το 2005. Οι αρχές θεώρησαν ότι η συμπεριφορά του στη φυλακή δικαιολογούσε την αναστολή του υπολοίπου της ποινής.
Η ζωή του Φραντζή μετά τη φυλακή
Από την αποφυλάκισή του τον Οκτώβριο του 2005, σε ηλικία 45 ετών, ο Παναγιώτης Φραντζής προσπαθεί να γυρίσει σελίδα. Έχοντας εκτίσει 18 χρόνια στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή του υπολοίπου της ποινής του, λόγω καλής διαγωγής: «συνεπεία ευεργετικού υπολογισμού 2316 ημερών εργασίας και αναστολής εκτελέσεως του υπολοίπου της ποινής του».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, λίγα χρόνια μετά, δημιούργησε νέα οικογένεια και ερωτεύτηκε ξανά. Παρά το βαρύ παρελθόν του, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη χώρα και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα, προσπαθώντας να κρατήσει χαμηλό προφίλ και να αφήσει πίσω του τον εφιάλτη.
Ο ίδιος σήμερα είναι ένας οικογενειάρχης. Παντρεύτηκε μια αλλοδαπή γυναίκα, σύμφωνα με πληροφορίες, με την οποία μάλιστα έχει αποκτήσει δύο παιδιά. Ζουν σε μια επαρχιακή πόλη – αν και σε απόσταση μερικών ωρών από την Αθήνα, όπου ο Φραντζής διατηρεί επιχείρηση και ασχολείται ερασιτεχνικά με τη μουσική, στην οποία είχε ανέκαθεν κλίση, λόγω και της μητέρας του, η οποία ήταν δασκάλα του πιάνου.
Πηγή: protothema.gr
