Οριστικό «όχι» στην επαναφορά 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο – Το σκεπτικό της απόφασης

ΣτΕ: Οριστικό «όχι» στην επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους – Το σκεπτικό της απόφασης

Συνταγματική και σύμφωνη με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας τη μη επαναφορά των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους.

Με την απόφαση 1201/2026, η Ολομέλεια του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν υποχρεούται να επαναφέρει τα δώρα που είχαν καταργηθεί ολοκληρωτικά με τον νόμο 4093/2012.

Η κρίση εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης, έπειτα από αγωγή δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος διεκδικούσε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2023 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.

Η πρότυπη δίκη για τα δώρα στο Δημόσιο

Η απόφαση ελήφθη από την Ολομέλεια του ΣτΕ, με πρόεδρο τον Μ. Πικραμένο και εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 1, παράγραφος 1, του νόμου 3900/2010.

Η υπόθεση ξεκίνησε από αγωγή που είχε καταθέσει δημόσιος υπάλληλος ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Υπέρ του είχε παρέμβει και η ΑΔΕΔΥ.

Ο ενάγων υποστήριξε ότι ο νομοθέτης παρέλειψε παράνομα να επαναφέρει τα επιδόματα εορτών και αδείας για τα έτη 2023 και 2024. Ζητούσε, ως εκ τούτου, την καταβολή δύο πρόσθετων βασικών μισθών ανά έτος.

Μεταξύ των επιχειρημάτων που προέβαλε ήταν και η μη μεταφορά ή η πλημμελής ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς.

Τι έκρινε το ΣτΕ για την ευρωπαϊκή Οδηγία

Το Συμβούλιο της Επικρατείας διευκρίνισε ότι επίκληση της Οδηγίας 2022/2041 θα μπορούσε να γίνει μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της προθεσμίας ενσωμάτωσής της στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024.

Το Δικαστήριο εξέτασε, πάντως, και την ουσία του επιχειρήματος, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2025, στην υπόθεση C-19/23.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει το ΣτΕ, το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια της «επάρκειας του κατώτατου μισθού» δεν αποτελεί αυτοτελή ευρωπαϊκή έννοια. Η ρύθμιση των αποδοχών των εργαζομένων και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού εξακολουθούν να ανήκουν κατά βάση στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

Παράλληλα, το ΔΕΕ ακύρωσε διάταξη της Οδηγίας που υποχρέωνε τα κράτη να λαμβάνουν υπόψη συγκεκριμένα κριτήρια για τον καθορισμό των κατώτατων μισθών.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η αγοραστική δύναμη σε συνάρτηση με το κόστος διαβίωσης, το γενικό επίπεδο και η κατανομή των μισθών, ο ρυθμός αύξησής τους και οι μακροπρόθεσμες εξελίξεις στην παραγωγικότητα.

Δεν προέκυψε ατομικό δικαίωμα για την καταβολή των επιδομάτων

Με βάση τα παραπάνω, η Ολομέλεια έκρινε ότι η ευρωπαϊκή Οδηγία δεν παρείχε στον ενάγοντα ένα δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο, το οποίο θα μπορούσε να θεμελιώσει αξίωση για την καταβολή των δώρων.

Το ΣτΕ απέρριψε και την επίκληση του άρθρου 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως έκρινε, ο Χάρτης δεν μπορεί να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου πέρα από τις αρμοδιότητες της ΕΕ, ειδικά σε ζητήματα που αφορούν τις αμοιβές ή το δικαίωμα σε «επαρκείς» και «δίκαιους» κατώτατους μισθούς.

Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη βάση της αγωγής απορρίφθηκε.

Το δημοσιονομικό κόστος της επαναφοράς

Η Ολομέλεια εξέτασε στη συνέχεια εάν η διαχρονική επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα δώρα συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη.

Για την κρίση της συνεκτίμησε τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018 και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο του αναθεωρημένου ευρωπαϊκού συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης.

Έλαβε επίσης υπόψη τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το όριο της φτώχειας, καθώς και την πορεία των ρυθμίσεων για το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον νόμο 4354/2015.

Στην αξιολόγηση συμπεριλήφθηκαν οι μισθολογικές παρεμβάσεις των νόμων 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και άλλες ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες υπαλλήλων ή ιδιαίτερες υπηρεσιακές καταστάσεις.

Γιατί κρίθηκε δικαιολογημένη η στάση του νομοθέτη

Κατά το ΣτΕ, οι μισθολογικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συνόλου δημοσιονομικών πολιτικών, οι οποίες ιεραρχούνται και αποτιμώνται μέσα από τα εκάστοτε Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια.

Η επιβάρυνση από τις παρεμβάσεις αυτές κρίθηκε ότι κινείται εντός των διαθέσιμων δημοσιονομικών ορίων.

Αντίθετα, η οριζόντια καταβολή δύο πρόσθετων βασικών μισθών στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων θα προκαλούσε μία μόνιμη και σημαντική πρόσθετη δαπάνη για τον κρατικό προϋπολογισμό.

Για τον λόγο αυτό, η Ολομέλεια έκρινε ότι η επιλογή να μην επανέλθουν τα επιδόματα δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας.

«Δεν κινδυνεύει η αξιοπρεπής διαβίωση»

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ακόμη ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προέκυψε πως η μη καταβολή των επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων.

Το Δικαστήριο επικαλέστηκε και την πάγια νομολογία του σχετικά με τα ευρεία περιθώρια εκτίμησης που διαθέτει ο εθνικός νομοθέτης κατά τη χάραξη της δημοσιονομικής και μισθολογικής πολιτικής.

Υπό αυτά τα δεδομένα, κατέληξε ότι η μη επαναφορά των δώρων δεν συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη.

Τι αποφασίστηκε για την αρχή της ισότητας

Η Ολομέλεια απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι η διαφορετική αντιμετώπιση των δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας ή την απαγόρευση των διακρίσεων.

Σύμφωνα με την απόφαση, οι δημόσιοι υπάλληλοι υπάγονται σε ιδιαίτερο συνταγματικό και υπηρεσιακό καθεστώς και δεν εργάζονται υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα.

Κατά συνέπεια, η διαφορετική διάρθρωση των αποδοχών τους και η μη καταβολή των επίμαχων επιδομάτων δεν συνιστούν από μόνες τους παραβίαση της ισότητας.

Ως επιπλέον στοιχείο διαφοροποίησης, το ΣτΕ αναφέρθηκε στις άμεσες και δυνητικά σημαντικές συνέπειες που έχει το ύψος των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων στη δημοσιονομική κατάσταση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και, κατ’ επέκταση, στη δημοσιονομική σταθερότητα του κράτους.

Η μειοψηφία των έξι δικαστών

Η κρίση για την αρχή της ισότητας δεν ήταν ομόφωνη. Έξι μέλη της Ολομέλειας διατύπωσαν μειοψηφούσα άποψη ως προς το εάν η μη επαναφορά των επιδομάτων παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Παρά τη μειοψηφία, η αγωγή απορρίφθηκε συνολικά. Η Ολομέλεια έκρινε ότι η μη επαναφορά των δώρων δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ανακοίνωση της Ολομέλειας του ΣτΕ

«Με την 1201/2026 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Ι. Μιχαλακόπουλος) έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μη επαναφέροντας τα επιδόματα εορτών και αδείας των δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν. 4093/2012.

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης» του άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δίκασε αγωγή που είχε ασκήσει δημόσιος υπάλληλος στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας δύο επί πλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος. Στο Διοικητικό Πρωτοδικείο είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ υπέρ αυτού. Κατά τον ενάγοντα, η παράλειψη του νομοθέτη εντοπιζόταν στο διάστημα 1.1.2023 – 31.12.2024

Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε επικαλεσθεί μη μεταφορά ή πλημμελή (με τον ν. 5163/2024) μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (L 275), το Συμβούλιο της Επικρατείας αποσαφήνισε κατ’ αρχάς, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία δική του και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ότι μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της Οδηγίας (15.11.2024) και εξής θα μπορούσε να γίνει επίκληση της Οδηγίας.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας τοποθετήθηκε, όμως, και επί του βασίμου για το εφεξής διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη του τα κριθέντα από το ΔΕΕ σε απόφασή του της 11.11.2025 (υπόθεση C-19/23). Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια η «επάρκεια του κατωτάτου μισθού» και ότι το ζήτημα της ρύθμισης των αποδοχών γενικά των μισθωτών -και του κατωτάτου μισθού ειδικά- ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Μάλιστα το ΔΕΕ ακύρωσε -πλην των άλλων- διάταξη της Οδηγίας 2022/2041, η οποία δέσμευε τα Κράτη – Μέλη να συμπεριλάβουν στα εθνικά κριτήρια καθορισμού κατωτάτων μισθών τα τέσσερα στοιχεία που απαριθμούνταν εκεί («αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης», «γενικό επίπεδο των μισθών και την κατανομή τους», «ρυθμό αύξησης των μισθών» και «τα εθνικά επίπεδα και τις εξελίξεις, μακροπρόθεσμα, στην παραγωγικότητα»). Έκρινε, επίσης, το ΔΕΕ ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. θα μπορούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε. πέραν των αρμοδιοτήτων της, όσον αφορά τις «αμοιβές» ή το δικαίωμα σε «επαρκείς» ή «δίκαιους» νόμιμους κατώτατους μισθούς.

Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ούτε η Οδηγία παρείχε (σε ιδιώτες) δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο [βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 19.11.1991 επί των υποθέσεων C – 6/90 και C – 9/90, Francovich και Bonifaci], το αξιούμενο δηλαδή από τον ενάγοντα, ούτε μπορούσε να τύχει επίκλησης ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Απέρριψε, έτσι την αγωγή ως προς αυτή της την βάση.

Στη συνέχεια, έχοντας υπόψη του στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας μετά το έτος 2018 και τις συναφείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης», καθώς και σε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το «όριο φτώχειας», το Συμβούλιο της Επικρατείας προχώρησε σε επισκόπηση της πορείας των ρυθμίσεων του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον (ισχύοντα και σήμερα, σχετικό) ν. 4354/2015 και της εκτιμώμενης πρόσθετης, πάγιας, ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσαν όχι μόνον οι κατά καιρούς γενικές ρυθμίσεις, αλλά και παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες ή καταστάσεις καθ’ όλο αυτό το διάστημα. Έλαβε υπόψη την τάξη μεγέθους των εθνικά χρηματοδοτουμένων, καθαρών πρωτογενών δαπανών (όπου υπάγεται η μισθοδοσία, αλλά και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες για συντάξεις κ. ά.). Έκρινε, περαιτέρω, ότι η ρύθμιση του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και οι παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου αποτελούν μίαν επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η προκαλούμενη από αυτές επιβάρυνση κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων.

Δικαιολογείται, συνεπώς, κατά το Δικαστήριο η διαχρονική στάση του νομοθέτη στο επίμαχο ζήτημα και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στη δημοσιονομική ευστάθεια της Χώρας, αν ληφθεί υπόψη -στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου- η τάξη μεγέθους της πάγιας, επί πλέον επιβάρυνσης από την χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επί πλέον βασικών μισθών ετησίως). Εξ άλλου, δεν προέκυψε, ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση τω μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων. Έτσι, με επίκληση και της πάγιας νομολογίας του για τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ουδεμία αντισυνταγματική παράλειψη συνέτρεξε.

Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και σε ότι αφορά την παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων του άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041 έναντι των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Επικαλέσθηκε το Δικαστήριο τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους δημοσίους υπαλλήλους το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας και θεώρησε κατόπιν αυτού προφανές ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες ή, έστω, παρόμοιες συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Τούτο έχει ως συνέπεια να μην παραβιάζει την αρχή της ισότητας η μη πρόβλεψη των επιμάχων επιδομάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αποτελεί δε επαρκές διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ των δύο κατηγοριών, σύμφωνα και με το άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041, το γεγονός ότι το ζήτημα της διάρθρωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και του καθορισμού του ύψους τους (και για τον κατώτατο μισθό), έχει άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και κατ’ επέκταση στη δημοσιονομική ευστάθεια του Κράτους. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα, όμως, της παράβασης της αρχής της ισότητας, διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών του Δικαστηρίου.

Το Συμβούλιο Επικρατείας, αφού επέλυσε τα ζητήματα κατ’ άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010, κράτησε, εκδίκασε και απέρριψε την αγωγή».

Exit mobile version