Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας. Το όνομα του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας ήρθε ξανά στο προσκήνιο χάρη στη βιογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, η οποία σημείωσε επιτυχία στα εισιτήρια, πυροδοτώντας εκ νέου συζητήσεις γύρω από την προσωπικότητά του και τις συνθήκες της δολοφονίας του.
Η μέρα που έπεσε νεκρός
Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1831 όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας βγήκε από την οικία του στο Ναύπλιο για να πάει στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Τον συνόδευαν οι δύο σωματοφύλακες του, Γεώργιος Κοζώνης και Δημήτριος Λεωνίδης. Καθώς περπατούσαν, συναντούν στον δρόμο τον Γεώργιο και τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, γιο και αδελφό του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν φυλακισμένος στο Ιτς Καλέ.
Μετά από έναν σύντομο χαιρετισμό, οι δρόμοι τους διασταυρώνονται ξανά στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Ο Καποδίστριας, έτοιμος να εισέλθει στον ναό, βγάζει το καπέλο του. Εκείνη τη στιγμή, οι Μαυρομιχάληδες ξεκινούν την επίθεση: ο Κωνσταντίνος τον πυροβολεί στο κεφάλι, ενώ ο Γεώργιος τον μαχαιρώνει στη βουβωνική χώρα.
Σοκαριστικά, ακόμα και ένας από τους ανθρώπους που όφειλαν να προστατεύουν τον κυβερνήτη, ο Ιωάννης Καραγιάννης, επιτίθεται επίσης εναντίον του. Ο Καποδίστριας πέφτει νεκρός – γίνεται ο πρώτος ηγέτης του ελληνικού κράτους που δολοφονείται για πολιτικούς λόγους.
Ένας φόνος με βαθύτερα κίνητρα
Η συμμετοχή του Καραγιάννη δεν είναι μια απλή λεπτομέρεια. Οι Μαυρομιχάληδες ήταν υπό κράτηση με το πρόσχημα της προστασίας τους λόγω της βεντέτας για τη φυλάκιση του Πετρόμπεη, αλλά στην πράξη φέρθηκαν σαν εκτελεστές.
Η σύγκρουση με Αγγλία και Γαλλία
Ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε στενές σχέσεις με τη Ρωσία, καθώς είχε διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών της τσαρικής κυβέρνησης. Όταν αποχώρησε από τη θέση του, αρνήθηκε να λάβει αποζημίωση, θέλοντας να αποφύγει κατηγορίες περί εύνοιας προς τους Ρώσους.
Η στάση του, όμως, ενόχλησε τη Γαλλία και την Αγγλία. Οι δύο αυτές δυνάμεις έβλεπαν την Ελλάδα ως εν δυνάμει ναυτική υπερδύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, υπό ρωσική επιρροή, κάτι που έπληττε τα δικά τους συμφέροντα. Σε μια περίοδο που στο εσωτερικό της χώρας υπήρχε έντονη αντιπολίτευση, κυρίως από τοπικούς άρχοντες και καραβοκύρηδες, η δυσαρέσκεια διοχετεύτηκε και εξωτερικά.
Κέντρο της αντίστασης υπήρξε η Ύδρα, όπου κυριαρχούσαν οι πλοιοκτήτες και ιδιαίτερα η οικογένεια Κουντουριώτη. Αυτοί απαιτούσαν αποζημιώσεις για τις απώλειες των πλοίων τους κατά την Επανάσταση, με τον Καποδίστρια να υπόσχεται ότι θα ικανοποιούνταν «όταν το δίκαιον το απαιτεί και το κράτος μπορέσει». Την ίδια στιγμή, η εφημερίδα «Απόλλων» του Πολυζωίδη διεξήγαγε σκληρή αντιπολίτευση, ενώ και σε άλλες περιοχές η κατάσταση ήταν τεταμένη.
Οι εγχώριοι συνεργάτες των ξένων δυνάμεων
Σύμφωνα με μαρτυρία του Κωνσταντίνου Ζωγράφου, γιου προεστού από τα Καλάβρυτα, ο Καποδίστριας στην ουσία επικηρύχθηκε με αντάλλαγμα 250 φλουριά. Αυτό έγινε μέσω του Λάζαρου Κουντουριώτη, με την κάλυψη του Μαυροκορδάτου, ενώ η συμφωνία φαίνεται να έκλεισε από τον Ανδρέα Καλαμογδάρτη – ο οποίος ίσως κράτησε τα χρήματα χωρίς να τα αποδώσει ποτέ στους εκτελεστές.
Ένας από τους δολοφόνους, λίγο πριν πεθάνει, φώναξε: «Δεν φταίω εγώ, στρατιώται άλλοι με έβαλαν». Ο ιστορικός Νικόλαος Κασομούλης αναφέρει ότι ο δεύτερος δολοφόνος κατέφυγε στην οικία του πρέσβη της Γαλλίας, βαρόνου Ρουάν, ο οποίος αρνήθηκε αρχικά να τον παραδώσει στις αρχές. Τελικά υποχώρησε μόνο όταν το εξαγριωμένο πλήθος απείλησε να εισβάλει στο κτίριο.
Ο θάνατος του Καποδίστρια έγινε αφορμή για πανηγυρισμούς
Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν πένθησε όλη την Ελλάδα. Αντίθετα, σε περιοχές όπως η Ύδρα, η είδηση έγινε δεκτή με χαρά. Ο Πολυζωίδης έγραψε: «Παύομεν με την έκδοσιν της εφημερίδος μας, επειδή απολαύσαμε τον σκοπό μας. Ο τύραννος δεν υπάρχει πλέον».
Αξιοσημείωτο είναι πως πολλοί από όσους συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα στο σχέδιο της δολοφονίας, αργότερα απέκτησαν ισχυρές θέσεις. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του Μαυροκορδάτου, που κατέληξε να γίνει ακόμη και πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Πηγή: menshouse.gr
