Αγνώριστος σήμερα ο πασίγνωστος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου

Αγνώριστος σήμερα ο πασίγνωστος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου, ένας καλλιτέχνης που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα σε θέατρο, σινεμά, τηλεόραση και βιντεοκασέτα, αλλά πλήρωσε το τίμημα της εποχής του.

Ο άλλος «κοντός» του ελληνικού θεάματος, Τάσος Ψωμόπουλος, διέγραψε μια σπουδαία πορεία 40 και πλέον ετών, με τη φήμη να τον βρίσκει τελικά μέσα από τις βιντεοταινίες.

Υπήρξε μια περίοδος, κυρίως τη δεκαετία του 1980, που τα ράφια των βιντεοκλάμπ ήταν γεμάτα με ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε – έστω κι αν το όνομά του δεν κοσμούσε πάντα το εξώφυλλο. Το κοινό τον απολάμβανε ασταμάτητα. Ήταν μια από τις πιο χαρακτηριστικές καλτ φιγούρες της εποχής του βίντεο και εμφανιζόταν σχεδόν παντού.

Με περισσότερες από 150 βιντεοκασέτες στο ενεργητικό του, ο Ψωμόπουλος εξελίχθηκε σε φαινόμενο. Με το μικρό του ανάστημα και εκείνο το στραβό, αφοπλιστικό χαμόγελο, τραβούσε την προσοχή χωρίς να το επιδιώκει. Ήταν ο τύπος που έκανε «τα δικά του», μια αυθεντική φιγούρα που ο Νεοέλληνας έβρισκε ακαταμάχητη.

Κι όμως, για τον ίδιο ήταν άδικο να ταυτιστεί τόσο έντονα με τη βιντεοκασέτα. Γιατί πίσω από τις γρήγορες παραγωγές του βίντεο κρυβόταν ένας σπουδαίος δευτεραγωνιστής με τεράστια γκάμα και 40 χρόνια θεατρικής εμπειρίας. Οι νεότεροι τον λάτρεψαν μέσα από τους ανεπανάληπτους «Κόπανους», το «Βαμβακούλο και την γκολάρα του» και το πικάντικο «Ήταν άξιος». Οι παλαιότεροι, όμως, τον θυμούνται δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη

Ο Τάσος Ψωμόπουλος γεννήθηκε το 1942 στη Θεσσαλονίκη, σε οικογένεια προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Μεγάλωσε φτωχικά στην Ευαγγελίστρια. Σε ηλικία μόλις δύο ετών έχασε τον πατέρα του, στρατιωτικό γιατρό, και η μητέρα του σήκωσε μόνη της το βάρος της οικογένειας, με τη βοήθεια της γιαγιάς.

Ο ίδιος είχε περιγράψει τη δραματική απώλεια του πατέρα του: «Θες από φόβο, θες από την ταραχή, έσκασε η χολή του και σε μερικές μέρες πέθανε κι εκείνος».

Από μικρός έδειχνε πως είχε το μικρόβιο της σκηνής. Έστηνε παραστάσεις με μαριονέτες, έκανε μιμήσεις και πείραζε τους πάντες στη γειτονιά. Παρ’ όλα αυτά, ονειρευόταν να γίνει γιατρός, όπως ο πατέρας του. Όταν δεν κατάφερε να περάσει στην Ιατρική, γείτονες ηθοποιοί τον παρότρυναν να δοκιμάσει στη δραματική σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη. Έμαθε κάποια κομμάτια, πήγε για εξετάσεις και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό.

Η διαδρομή στο θέατρο και το σινεμά

Το 1963, ακόμη σπουδαστής, πέρασε από οντισιόν σε παράσταση του Διονύση Παπαγιαννόπουλου και ξεχώρισε αμέσως. Κατέβηκε στην Αθήνα και πολύ γρήγορα κατάλαβε πως ηθοποιός γίνεσαι πάνω στο σανίδι. Την επόμενη χρονιά συνεργάστηκε με τον Νίκο Σταυρίδη και τη Σοφία Καλουτά στο Βασιλικό Θέατρο, αποσπώντας θετικές κριτικές.

Ο Σταυρίδης τον κράτησε μόνιμα στον θίασό του, ανοίγοντας τον δρόμο για μια μακρά καριέρα. Έζησε στην Κυψέλη, τότε στέκι πολλών ηθοποιών, και δεν έμεινε ποτέ χωρίς δουλειά μέχρι το 2004, όταν αποσύρθηκε, έχοντας συμπληρώσει 42 χρόνια θεατρικής παρουσίας.

Συνεργάστηκε με κορυφαίους: Σταυρίδη, Παπαγιαννόπουλο, Ευθυμίου, Φωτόπουλο, Ηλιόπουλο, Αυλωνίτη, Ρίζο, Βλαχοπούλου. Ήταν ομαδικός, βοηθούσε τους νεότερους και έβαζε πάντα την παράσταση πάνω απ’ όλα.

Την τελευταία δεκαετία της θεατρικής του διαδρομής επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και εντάχθηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (1994-2004). Ξεχώρισε σε έργα όπως «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Ευγένιου Ο’Νιλ, «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Οδυσσέα γύρισε σπίτι» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Εξορία» του Βαγγέλη Μάτεσι και «Όρνιθες» του Αριστοφάνη.

Στον κινηματογράφο, μετά την ανακάλυψή του από τον Ορέστη Λάσκο, έκανε ντεμπούτο στα «Ομορφόπαιδα» (1971). Ακολούθησαν ταινίες όπως «Δάκρυα για έναν αλήτη», «Μάρα η τσιγγάνα», «Σέργιος και Άννα» και πολλές ακόμη, χτίζοντας παρουσία σε περίπου 30 κινηματογραφικές παραγωγές.

Δείτε το βίντεο:

Ξεχώρισε σε ταινίες όπως «Μπουζάνκα αλά ελληνικά», «Σπηλιά της αμαρτίας», «Υποψήφιοι βουλευτές και βουλευτίνες», «Έξοδος κινδύνου», «Ο σεξοκυνηγός», αλλά και στα αξέχαστα «Εγώ και το πουλί μου», «Ήταν άξιος», «Πάτερ Γκομένιος», «Πες τα βρωμόστομε», «Λαλάκης ο εισαγόμενος», «Ο ιππότης της λακκούβας», «Κλεφτρόνι και τζέντλεμαν» και φυσικά στο καλτ «The Κόπανοι».

Δείτε το βίντεο:

Ήταν επίσης από τους πρώτους ηθοποιούς που εμφανίστηκαν στην ελληνική τηλεόραση, όταν αυτή παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 1966. Συμμετείχε στο παιδικό τηλεοπτικό θέατρο και έκανε καριέρα ήδη από τη συχνότητα της ΥΕΝΕΔ. Ο Αλέκος Σακελλάριος τον εμπιστευόταν και τον ενέτασσε σε πολλές δουλειές του.

Σειρές όπως «Μια Αθηναία στην Αθήνα», «Μια φορά κι έναν καιρό», «Μεθυσμένη πολιτεία», «Μη μου γυρνάς την πλάτη», «Η αλεπού και ο μπούφος», «Φόνος χωρίς ταυτότητα», «Η καλή πεθερά» και «Σας έπιασα στα πράσα» αποτελούν μόνο μέρος της τηλεοπτικής του διαδρομής.

Το κεφάλαιο της βιντεοκασέτας

Όπως πολλοί ηθοποιοί της γενιάς του, πέρασε δυναμικά στην εποχή της βιντεοταινίας, αν και δεν έκρυψε τον προβληματισμό του: «Τις έβλεπα μετά και έλεγα ‘‘τι έκανα;’’ και ένιωθα ντροπή», είχε πει, «όμως έβλεπα ότι ακόμα κι αυτές άρεσαν πολύ. Κάποιες ήταν και καλές. Έγιναν κλασικές».

Οι παραγωγές πλήθαιναν και όλοι τον ήθελαν στις ταινίες τους. Οι τίτλοι των βιντεοταινιών στις οποίες συμμετείχε είναι αμέτρητοι.

Δείτε το βίντεο:

Παρά τη μαζικότητα της εποχής, στάθηκε προνοητικός. Αμειβόταν σωστά και φρόντιζε για τα ένσημά του. Ως γενικός γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (1992-1994), έδωσε μάχες για τα ασφαλιστικά δικαιώματα, πείθοντας τη Μελίνα Μερκούρη να διατεθεί κονδύλι ώστε παλαίμαχοι ηθοποιοί να εξαγοράσουν ένσημα. Πολλοί του οφείλουν την ασφάλειά τους στα γεράματα.

Τα ήρεμα τελευταία χρόνια

Από τη δεκαετία του 1990 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και δεν επέστρεψε ποτέ στην Αθήνα. Όταν αποσύρθηκε, δεν θέλησε να επιστρέψει στη σκηνή. Ήθελε να αφήσει χώρο στους νεότερους.

Δείτε το βίντεο:

Έζησε ήσυχα με τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του στην Ασπροβάλτα Θεσσαλονίκης. Περνούσε τις μέρες του παίζοντας ΠΡΟ-ΠΟ και κουβεντιάζοντας στη γειτονιά. Όπως είχε πει, απομακρύνθηκε από το θέατρο, την τηλεόραση και ακόμη και από παλιούς συναδέλφους. Πλέον, οι πιο σταθεροί του φίλοι ήταν τα καναρίνια του και ο πιστός του σκύλος.

Στα παιδιά του προσπάθησε να μεταδώσει την αγάπη για την υποκριτική, χωρίς τελικά να τα πείσει να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Εκείνος, όμως, δεν σταμάτησε ποτέ να πειράζει τις γυναίκες της ζωής του, γιατί κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.

Δείτε το βίντεο:

Exit mobile version