Θεσσαλονίκη: «Άδειαζαν» τραπεζικούς λογαριασμούς μέσω Dark Web – Κάθειρξη έως 11 χρόνια σε 7 άτομα
Συνολική οικονομική ζημία που ξεπερνά τις 175.000 ευρώ προκάλεσε, σύμφωνα με τη δικογραφία, η δράση εγκληματικής οργάνωσης που αποκτούσε παράνομα πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς πολιτών, χρησιμοποιώντας δεδομένα από το Dark Web.
Πολυετείς ποινές κάθειρξης επέβαλε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης σε επτά από τους συνολικά δέκα κατηγορούμενους για την υπόθεση. Τα μέλη της ομάδας φέρονται να εξαπατούσαν ανυποψίαστους πελάτες τραπεζών, παρακάμπτοντας τα συστήματα ασφαλείας και πραγματοποιώντας συναλλαγές χωρίς την έγκρισή τους.
Όπως αναφέρεται στη δικογραφία, η εγκληματική οργάνωση ανέπτυξε δράση κατά το διάστημα 2018-2019. Οι κατηγορούμενοι φέρονται να προμηθεύονταν μέσω του Dark Web κλεμμένα προσωπικά και τραπεζικά στοιχεία, ενώ χρησιμοποιούσαν τεχνικές υποκλοπής τηλεφωνικών κλήσεων και γραπτών μηνυμάτων.
Με αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να αποκτούν τους πρόσθετους κωδικούς ασφαλείας που απαιτούνταν για την είσοδο στις υπηρεσίες web banking των θυμάτων.
Δεκάδες πολίτες περιλαμβάνονται στη λίστα των παθόντων, ενώ η υπόθεση έφτασε στη Δικαιοσύνη έπειτα από έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βόρειας Ελλάδας.
Πρώην ιερέας, ο ανιψιός του και αστυνομικός στους καταδικασθέντες
Οι ποινές που επέβαλε το δικαστήριο στους επτά καταδικασθέντες ξεκινούν από φυλάκιση δέκα μηνών και φτάνουν μέχρι την κάθειρξη έντεκα ετών. Οι υπόλοιποι τρεις κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που καταδικάστηκαν βρίσκονται ένας πρώην ιερέας, ο ανιψιός του και ένας αστυνομικός.
Σε έναν 26χρονο επιβλήθηκε κάθειρξη δέκα ετών, ενώ ο 42χρονος θείος του καταδικάστηκε σε έντεκα χρόνια κάθειρξης. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι δύο άνδρες είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη λειτουργία και στη δράση της ομάδας.
Ο 26χρονος εκτίει ήδη πολυετή ποινή κάθειρξης για παρόμοιες ηλεκτρονικές απάτες, οι οποίες αποκαλύφθηκαν μεταγενέστερα. Ο 42χρονος έχει καθαιρεθεί από ιερέας και βρίσκεται προσωρινά κρατούμενος για διαφορετική υπόθεση, σχετική με διακίνηση μεταναστών.
Για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση και συνέργεια στις απάτες καταδικάστηκε και ένας αστυνομικός, στον οποίο επιβλήθηκε κάθειρξη επτά ετών. Ένας δεύτερος αστυνομικός, που αντιμετώπιζε κατηγορίες για την ίδια υπόθεση, αθωώθηκε.
Για τους καταδικασθέντες στους οποίους επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης, το δικαστήριο αποφάσισε ότι η έφεση δεν θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι οι ποινές τους θα εκτελεστούν άμεσα.
Αγόραζαν μέσω Dark Web τα στοιχεία των θυμάτων
Καθοριστικό ρόλο στην τέλεση των ηλεκτρονικών απατών φαίνεται πως είχε η πρόσβαση των βασικών κατηγορουμένων στο Dark Web.
Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στη δικογραφία, από εκεί προμηθεύονταν ψηφιακά αρχεία με ονόματα χρηστών και κωδικούς πρόσβασης, προσωπικά δεδομένα και άλλα στοιχεία πελατών τραπεζών. Τα συγκεκριμένα αρχεία αποτελούσαν προϊόν προηγούμενης υποκλοπής από άγνωστους δράστες.
Έχοντας στη διάθεσή τους αυτές τις πληροφορίες, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν τεχνικές εκτροπής των τηλεφωνικών κλήσεων και των μηνυμάτων των θυμάτων προς κινητά τηλέφωνα που είχαν υπό τον έλεγχό τους.
Έτσι μπορούσαν να λαμβάνουν και τους πρόσθετους κωδικούς ασφαλείας που απέστελλαν οι τράπεζες, να παρακάμπτουν τις σχετικές δικλίδες προστασίας και να αποκτούν πλήρη πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς μέσω web banking.
Αγόραζαν ηλεκτρονικές συσκευές και εξοφλούσαν ξένες οφειλές
Αφού αποκτούσαν τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών, οι δράστες φέρονται να εξέδιδαν προπληρωμένες χρεωστικές κάρτες. Με αυτές πραγματοποιούσαν αγορές ηλεκτρονικών συσκευών, τις οποίες είτε κρατούσαν για προσωπική χρήση είτε μεταπωλούσαν, εξασφαλίζοντας οικονομικό όφελος.
Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν τα χρήματα των θυμάτων για να εξοφλούν ληξιπρόθεσμες και βεβαιωμένες οφειλές τρίτων προς την Εφορία, τη ΔΕΗ και εταιρείες κινητής τηλεφωνίας.
Για το συγκεκριμένο κομμάτι της δράσης τους, τα μέλη του κυκλώματος φέρονται να αναζητούσαν, μέσω γνωστών αλλά και σε διάφορους χώρους, ανθρώπους που επιθυμούσαν να τακτοποιήσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους. Οι πληρωμές πραγματοποιούνταν από τους παραβιασμένους λογαριασμούς, με τους κατηγορούμενους να εισπράττουν αμοιβή από τους ενδιαφερόμενους.
Σε κάποιες περιπτώσεις, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, προχωρούσαν και στην αγορά κρυπτονομισμάτων, επιχειρώντας με αυτόν τον τρόπο να δυσκολέψουν την παρακολούθηση και τον εντοπισμό των χρηματικών ροών.
Δεν εμφανίστηκαν στη δίκη και αρνήθηκαν τις κατηγορίες
Κανένας από τους καταδικασθέντες δεν έδωσε αυτοπροσώπως το «παρών» στη δικαστική αίθουσα. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και αρνήθηκαν σχεδόν το σύνολο των κατηγοριών που τους αποδόθηκαν.
Εξαίρεση αποτέλεσε εν μέρει ο 26χρονος, ο οποίος μέσω του συνηγόρου του αποδέχθηκε το πλημμέλημα της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών.
Η υπεράσπισή του επικαλέστηκε επίσης πάθηση που, σύμφωνα με όσα υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου, επηρεάζει τη δυνατότητα πλήρους καταλογισμού των πράξεών του.
