20 χρόνια από την εξαφάνιση του Άλεξ στη Βέροια: Ακόμα κανείς δε γνωρίζει πού βρίσκεται η σορός του

20 χρόνια έχουν περάσει από την τραγική εξαφάνιση του μικρού Άλεξ στη Βέροια και ακόμη δεν έχει βρεθεί το σώμα του. Η υπόθεση συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και άφησε ανεξίτηλο σημάδι στη μνήμη του κόσμου.

Ένα αγόρι που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει

Ο Άλεξ Μεχσισβίλι ήταν ένα παιδί με όνειρα, ενδιαφέροντα και αγάπη για τη ζωή. Ψηλός για την ηλικία του, με καστανά ανοιχτόχρωμα μαλλιά και μάτια καστανοπράσινα, ο 11χρονος είχε γεμάτες ημέρες: σχολείο, μπάσκετ, ζωγραφική, μουσική. Πάνω απ’ όλα, είχε δίπλα του τη μητέρα του, Νατέλα, που του χάριζε στοργή και φροντίδα.

Αν ζούσε σήμερα, θα ήταν 31 ετών. Όμως η ζωή του κόπηκε βίαια στις 3 Φεβρουαρίου 2006, όταν χάθηκε ξαφνικά χωρίς να αφήσει ίχνος. Παρά τις έρευνες και τις ποινικές διαδικασίες που ακολούθησαν, το πού βρίσκεται η σορός του παραμένει άγνωστο. Η μητέρα του εξακολουθεί να ζει χωρίς το παιδί της, στερημένη ακόμη και από το να το αποχαιρετήσει.

Εκείνο το απόγευμα, ο Άλεξ είχε πάει στο κλειστό γυμναστήριο στην περιοχή της Ελιάς για να προπονηθεί στο μπάσκετ. Στη συνέχεια, θα περνούσε από το πρακτορείο ΟΠΑΠ του πατριού του και έπειτα θα κατευθυνόταν στο μάθημα ζωγραφικής. Όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ. Η μητέρα του τον αναζήτησε με αγωνία στους δρόμους της Βέροιας, μάταια.


H μητέρα του Νατέλα δεν έπαψε ποτέ να τον αναζητά

Το πρώτο καταγεγραμμένο περιστατικό bullying στη χώρα

Οι πρώτες ημέρες πέρασαν με ελπίδες και αδιάκοπες έρευνες από την Αστυνομία και κατοίκους. Σύντομα όμως άρχισαν να κυκλοφορούν υποψίες για κάποια διαμάχη ανάμεσα σε συνομήλικα παιδιά και τον Άλεξ. Τέσσερις μήνες μετά την εξαφάνιση, η Αστυνομία κάλεσε για κατάθεση πέντε ανήλικους: δύο αδέρφια Έλληνες, έναν Ρουμάνο, έναν Αλβανό και έναν Βορειοηπειρώτη.

Ήταν η πρώτη επίσημη περίπτωση σχολικού εκφοβισμού στην Ελλάδα, που προκάλεσε τεράστια κοινωνική αναστάτωση. Η ηλικία των παιδιών, 11 έως 13 ετών, προκαλούσε σοκ. Στην αρχή αρνούνταν τα πάντα, δίνοντας αντικρουόμενες πληροφορίες. Ώσπου ένας από αυτούς «έσπασε» και αποκάλυψε λεπτομέρειες φρίκης.

Περιέγραψε πως είχαν κυκλώσει τον Άλεξ έξω από το Δημαρχείο, τον χτύπησαν και τον κυνήγησαν μέχρι που έπεσε, χτύπησε στο κεφάλι και έμεινε ακίνητος. Το πτώμα του το μετέφεραν σε εγκαταλελειμμένο σπίτι και λίγες μέρες μετά, με οικοδομικό καρότσι, τον πέταξαν στο ποτάμι της περιοχής Μπαρμπούτα. Τα γυαλιά του Άλεξ τα πέταξαν στα σκουπίδια.

Η δίκη που ακολούθησε

Τρία χρόνια αργότερα, οι πέντε ανήλικοι κάθισαν στο εδώλιο του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων. Κρίθηκαν ένοχοι για πρόκληση θανατηφόρας σωματικής βλάβης χωρίς πρόθεση.

Το Δικαστήριο αποδέχτηκε ότι μετά τον θάνατο του Άλεξ, μετέφεραν το σώμα του σε ακατοίκητο σπίτι και στη συνέχεια το εξαφάνισαν, είτε μόνοι είτε με τη βοήθεια ενηλίκων.

Τα δύο Ελληνόπουλα στάλθηκαν σε ίδρυμα ανηλίκων στον Βόλο μέχρι την ενηλικίωσή τους, ενώ στους υπόλοιπους ανατέθηκε επιμέλεια στις αντίστοιχες υπηρεσίες ανηλίκων. Ο παππούς των δύο παιδιών, που θεωρήθηκε ότι εμπλέκεται στην εξαφάνιση, καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση 4,5 ετών για υπόθαλψη εγκληματία και ψευδορκία.

Η αποζημίωση που επιδικάστηκε στη μητέρα

Το Νοέμβριο του 2013, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας επιδίκασε 150.000 ευρώ ως αποζημίωση στη μητέρα του Άλεξ. Η απόφαση ανέφερε:

«Το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικάσει στην ενάγουσα το ποσό των 150.000 ευρώ που κρίνεται εύλογο, εν όψει του νεαρού της ηλικίας του θανατωθέντος υιού της, το ότι ήταν το μόνο τέκνο της, του μεγάλου βαθμού πταίσματος των εναγομένων (δόλος ως προς την πρόκληση των σωματικών βλαβών και αμέλεια ως προς το βαθύτερο αποτέλεσμα του θανάτου), της μετέπειτα συμπεριφοράς τους, που επέτεινε τον ψυχικό πόνο που οι ίδιοι προκάλεσαν, οδηγώντας τις προσπάθειες ανεύρεσης της σορού σε αποτυχία, των οικονομικών και τέλος, των κοινωνικών συνθηκών των διαδίκων».

Από τους 13 γονείς και κηδεμόνες των παιδιών, οι 11 καταδικάστηκαν και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν την αποζημίωση.

Η μάνα που ακόμη περιμένει

Ο Άλεξ σήμερα θα είχε μεγαλώσει. Ίσως να σπούδαζε, να είχε δική του οικογένεια, να είχε προοδεύσει. Αλλά πάνω απ’ όλα, θα συνέχιζε να αγκαλιάζει τη μητέρα του. Εκείνη όμως, η Νατέλα, ζει με την αγωνία και τον πόνο, χωρίς απαντήσεις, χωρίς δικαίωση. Περιμένει ακόμη να μάθει τι απέγινε ο μοναχογιός της. Και να τον αποχαιρετήσει όπως του αξίζει.

Exit mobile version