Θυμάστε τον δημοσιογράφο Θοδωρή Δρακάκη, που για χρόνια ήταν ένα από τα πιο γνώριμα πρόσωπα στα δελτία ειδήσεων του Star; Δείτε πώς είναι σήμερα, τι τον ώθησε να απομακρυνθεί από την τηλεόραση και πώς άλλαξε ολοκληρωτικά τη ζωή του, αφήνοντας πίσω την Αθήνα και επιλέγοντας μια ήρεμη καθημερινότητα στην Τήνο.
Ο Θοδωρής Δρακάκης υπήρξε για δεκαετίες μια σταθερή φιγούρα της ενημέρωσης. Ύστερα από 21 ολόκληρα χρόνια στο κανάλι, πήρε τη μεγάλη απόφαση να κλείσει αυτόν τον κύκλο, να αποχωρήσει από την ενεργό τηλεοπτική δράση και να μετακομίσει μόνιμα στη Τήνο. Εκεί ζει πλέον μακριά από κάμερες, στούντιο και έντονους ρυθμούς, απολαμβάνοντας μια πιο απλή καθημερινότητα και έναν νέο ρόλο στη ζωή του, αυτόν του παππού.
«Εδώ μπορώ να ηρεμήσω, εδώ έχω αληθινούς φίλους που αγαπάω και με αγαπούν. Είναι καιρός να αφιερώσω λίγο χρόνο στη γυναίκα μου», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του.
Η μάχη με τον καρκίνο και το σημείο καμπής
Ο ίδιος είχε συγκλονίσει το κοινό όταν αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά για τη σοβαρή περιπέτεια υγείας που βίωσε, αποκαλύπτοντας πως χρειάστηκε να δώσει μια σκληρή και απρόβλεπτη μάχη με τον καρκίνο.
«Κύριε Δρακάκη, έχετε επιθετικό καρκίνο κι αν δεν εισαχθείτε άμεσα στο νοσοκομείο κινδυνεύει η ζωή σας… Έφυγα, πήρα ένα μπουκάλι ουίσκι, ένα πακέτο τσιγάρα – που δεν κάπνιζα τότε – πήγα στην Πάρνηθα με το αυτοκίνητό μου και ήπια», είχε περιγράψει χαρακτηριστικά.
Μιλώντας στο περιοδικό People, μοιράστηκε λεπτομέρειες που μέχρι τότε κρατούσε μόνο για τον εαυτό του:
«Στις 2 Ιανουαρίου 2006, για ακόμη μία φορά, είχα πρόβλημα με την υγεία μου. Για έναν ολόκληρο χρόνο, κάθε φορά που πήγαινα τουαλέτα, έβγαζα αίμα, αλλά δεν έλεγα τίποτα για να μην αναστατώσω την οικογένειά μου.
Όμως δεν γινόταν άλλο. Οι πόνοι ήταν αφόρητοι και έτσι το είπα στη γυναίκα μου και πήγαμε στο νοσοκομείο. Αυτή την εικόνα δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Μπήκαμε στο γραφείο του γιατρού, είχα κάνει τις εξετάσεις και μου είπε: Καρκίνος. Και μάλιστα επιθετικής μορφής. Θα χρειαστεί άμεση εισαγωγή», δηλώνει.
Και συνεχίζει:
«ΟΚ, του είπα. Θα το σκεφτώ και θα ξανάρθουμε. Δεν καταλάβατε, κύριε Δρακάκη, έχετε καρκίνο κι αν δεν εισαχθείτε άμεσα στο νοσοκομείο κινδυνεύει η ζωή σας, μου απάντησε.
Έφυγα, πήρα ένα μπουκάλι ουίσκι, ένα πακέτο τσιγάρα – που δεν κάπνιζα τότε – πήγα στην Πάρνηθα με το αυτοκίνητό μου και ήπια. Ήθελα να ηρεμήσω και να συνειδητοποιήσω τη σοβαρότητα της κατάστασης. Αμέσως μετά πήρα τηλέφωνο τον Σταμάτη Μαλέλη και του είπα: Φίλε μου Σταμάτη, έχω αυτό κι αυτό και δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ ποτέ. Μετά γύρισα σπίτι, μιλήσαμε όλοι μαζί και μπήκα στο νοσοκομείο. Έκανα κυστεοσκοπήσεις και υπερήχους για να παρακολουθείται η κατάσταση της κύστης».
Η νίκη απέναντι στην ασθένεια και το μάθημα ζωής
Ο Θοδωρής Δρακάκης κατάφερε τελικά να βγει νικητής από αυτή τη σκληρή δοκιμασία, τονίζοντας πως καθοριστικό ρόλο έπαιξε τόσο ο γιατρός του όσο και η συνεχής παρακολούθηση.
«Δόξα τω Θεώ, όλα πήγαν καλά χάρη στον γιατρό μου, Πλάτωνα Κεχαγιά. Εκείνη την περίοδο ήμασταν όλοι γεμάτοι άγχος, θέλαμε να πάνε όλα καλά και να μην αντιμετωπίσω ξανά κάτι παρόμοιο.
Από αυτή την εμπειρία, που δεν εύχομαι να ζήσει κανένας άνθρωπος, κατάλαβα πως τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο. Πρέπει να χαιρόμαστε και να εκτιμάμε την κάθε στιγμή της ημέρας, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να φέρει το αύριο».
Στο παρελθόν, μάλιστα, είχε περάσει και μια ακόμη σοβαρή δοκιμασία, όταν υπέστη καρδιακή προσβολή, γεγονός που τον έκανε ακόμη πιο συνειδητοποιημένο απέναντι στην αξία της ζωής.
Από την Κωνσταντινούπολη στα δύσκολα φοιτητικά χρόνια
Μέχρι τα 15 του χρόνια, η ζωή του στην Κωνσταντινούπολη έμοιαζε ιδανική. Όλα άλλαξαν το 1972, όταν οι γονείς του αναγκάστηκαν να τον στείλουν εσπευσμένα στην Αθήνα, καθώς υπήρχε σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή του από συνέταιρο του πατέρα του. Αρχικά φιλοξενήθηκε από συγγενείς, μέχρι να μπορέσουν να έρθουν και οι γονείς του.
Ως φοιτητής στη Νομική, χρειάστηκε να δουλεύει ασταμάτητα για να τα βγάλει πέρα:
«Η πρώτη μου δουλειά ήταν βοηθός γκαρσονιού – ούτε καν γκαρσόνι – σε μία χαρτοπαικτική λέσχη στην Πλατεία Αμερικής. Άδειαζα τασάκια, τα έπλενα και ταυτόχρονα σέρβιρα. Αργότερα δούλεψα και στη λαχαναγορά του Ρέντη. Κουβαλούσα σακιά με πατάτες και τα πήγαινα στους πάγκους.
Ξυπνούσα από τις 4:00 τα ξημερώματα και γύριζα σπίτι στις 8:00 το βράδυ, με την πλάτη κατακόκκινη και αφόρητους πόνους. Όταν μπήκα στη δημοσιογραφία και άρχισα να πληρώνομαι περίπου ένα χιλιάρικο, κατάφερα να καλύπτω μόνος μου τα έξοδά μου. Έτσι σταμάτησα να αποτελώ βάρος για την οικογένειά μου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
