Θρήνος για τον Βασίλη που πέθανε μόλις στα 43 του

Η είδηση του θανάτου του Βασίλη Μπούτση στα 43 του χρόνια σκόρπισε βαρύ πένθος στη Γλυφάδα, αφήνοντας πίσω του μια αίσθηση κενού για έναν άνθρωπο που, όπως έλεγαν όλοι, «έζησε όπως ήθελε».

Έφυγε νωρίς ο Βασίλης Μπούτσης

Σε ηλικία μόλις 43 ετών άφησε την τελευταία του πνοή την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου ο Βασίλης Μπούτσης, έπειτα από τέσσερις μήνες νοσηλείας σε κωματώδη κατάσταση, συνέπεια ανακοπής καρδιάς που υπέστη. Η απώλειά του βύθισε στη θλίψη την κοινωνία της Γλυφάδας, όπου ήταν ένα από τα πιο γνώριμα και αγαπητά πρόσωπα της γενιάς του.

Σύμφωνα με φίλους του που μίλησαν στο NouPou, επειδή ζούσε μόνος, η βοήθεια άργησε να φτάσει και ο χρόνος που χάθηκε αποδείχθηκε καθοριστικός. Παρά τη γενναία μάχη που έδωσε όλους αυτούς τους μήνες, δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή.

Το παιδί της Γλυφάδας που όλοι αγαπούσαν

Μοναχοπαίδι και γιος δύο γιατρών, μεγάλωσε στα νότια προάστια και φοίτησε σε σχολείο της Γλυφάδας, δημιουργώντας από νωρίς έναν μεγάλο κύκλο φίλων που τον ακολουθούσε σε όλη του τη διαδρομή. Η απώλεια της μητέρας του σε μικρή ηλικία τον σημάδεψε βαθιά, χωρίς όμως να αλλοιώσει τον χαρακτήρα του. Όσοι τον γνώριζαν μιλούν για έναν άνθρωπο με σπάνια καλοσύνη, κοινωνικότητα και αληθινή αγάπη για τη ζωή.

Η επαγγελματική του πορεία και η αγάπη για τη θάλασσα

Για αρκετά χρόνια εργάστηκε στον όμιλο Σταθοκωστόπουλου και αργότερα έκανε δικά του επιχειρηματικά βήματα, μεταξύ άλλων ανοίγοντας beach bar στην παραλία της Βούλας. Το καλοκαίρι, η θάλασσα, οι φίλοι και η έντονη κοινωνική ζωή ήταν στοιχεία που ταίριαζαν απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία του, όπως περιγράφουν άνθρωποι από το περιβάλλον του.

Η μεγάλη απόφαση να φύγει για το Δίκορφο

Τα τελευταία χρόνια πήρε μια απόφαση που, όπως έλεγε, την είχε μέσα του από πάντα. Άφησε την Αθήνα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Δίκορφο Ιωαννίνων, το χωριό της μητέρας και της γιαγιάς του. Εκεί, κοντά στη φύση, αναζήτησε μια πιο ήρεμη και ουσιαστική καθημερινότητα, μακριά από την πίεση της πόλης.

Σε φίλους του μιλούσε με ενθουσιασμό για τα πρωινά δίπλα στη λίμνη Ιωαννίνων, για τις βόλτες και τα τρεξίματα στη σιωπή και στο καθαρό τοπίο. Ήταν μια επιλογή ζωής που δεν έγινε παρορμητικά, αλλά ως βαθιά επιθυμία.

Μαρτυρίες που συγκινούν

Η δημοσιογράφος Πάμελα Λύτρα, που τον γνώριζε από το νηπιαγωγείο, περιγράφει στο NouPou έναν άνθρωπο «με τα ίδια φωτεινά μάτια και το ίδιο παιδικό χαμόγελο» σε κάθε φάση της ζωής του. «Όλοι έχουν να πουν κάτι όμορφο για εκείνον. Δεν είναι τυχαίο», σημειώνει.

Θυμάται ακόμη τη στιγμή που της ανακοίνωσε πως θα φύγει για το Δίκορφο. «Τον έβλεπες να φωτίζεται όταν σου μιλούσε για τη ζωή του εκεί. Σου περιέγραφε τις στιγμές του με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό».

Σε μία από τις τελευταίες τους συνομιλίες, της είχε πει: «Είμαι εκεί που πάντα ήθελα να είμαι». Μια φράση που σήμερα ακούγεται πιο βαριά από ποτέ. «Είχαμε κρατήσει επαφή», συνεχίζει, «και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν έχω νέα του, δεν απαντούσε στα μηνύματα. Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι κάτι δεν πάει καλά». Η ανησυχία της, τελικά, επιβεβαιώθηκε.

Η Μαριλίζα Γραμμένου, συμμαθήτριά του, μίλησε επίσης στο NouPou: «Με τον Βασίλη ήμασταν μαζί στο σχολείο. Ήταν ένα φοβερά λαμπερό πλάσμα. Παρότι βίωσε δυσκολίες σε πολύ μικρή ηλικία, κατάφερε αυτές οι δυσκολίες να μη του στερήσουν ούτε την παιδικότητά του, ούτε τη λάμψη και την καλοσύνη του, ούτε τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο».

Η ιστορία που δείχνει ποιος ήταν πραγματικά

Ο γνωστός σεφ Γιώργος Παπακώστας μοιράστηκε στα social media μια ανάμνηση από τα μαθητικά τους χρόνια, όταν ο Βασίλης στάθηκε δίπλα του σε μια δύσκολη στιγμή:

«Το πολύ μακρινό ‘96 άλλαξα σχολεία και πήγα σε ένα ιδιωτικό που μόλις είχε ανοίξει. Όλοι ήμασταν καινούριοι εκεί και λίγα παιδιά γνωρίζονταν μεταξύ τους, άρα τις πρώτες εβδομάδας χτιζόντουσαν οι παρέες και οι καινούριες φιλίες. Όμως μαζί με τις παρέες χτιζόταν και η ανάγκη κάποιων “κακών παιδιών” να επιβληθούν. Να δοκιμάσουν τα όρια, να βγάλουν κόμπλεξ και να δείξουν τη δύναμή τους. Ένα από αυτά τα παιδιά, μεγαλόσωμο και γυμνασμένο, με παρέες μεγαλύτεων επέλεξε να μου κάνει bullying σε κάθε ευκαιρία που έβρισκε. Εγώ είχα μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου η ευγένεια ήταν σχεδόν υποχρεωτική. Στα μαγαζιά του μπαμπά που πήγαινα και δούλευα μερικά Σαββατοκύριακα ο πληθυντικός μεταξύ του προσωπικού ήταν κανόνας. Ακόμα και στο χωριό που πηγαίναμε διακοπές υπήρχε αγάπη και μια προστασία από όλους. Δεν είχα βιώσει ποτέ μου την αδικία, τη βία, τον χλευασμό και δεν ήξερα πώς να αντιδράσω στο bullying. Απλά ευχόμουν να βαρεθεί να ασχολείται. Μία μέρα λοιπόν που αυτό το παιδί με ενοχλούσε και εγώ δεν μπορούσα να αμυνθώ, έτυχε να μπει στην αίθουσα ο Βασίλης. Και αυτός ήταν μαγκάκος, γυμνασμένο, με ξυρισμένο μαλλί αλλά με μία καλοσύνη στο βλέμα. Δεν θυμάμαι να γνωριζόμασταν ιδιαίτερα. Ίσως να είχαμε συστηθεί απλά. Έπιασε όμως τον άλλον και τον απείλησε να μην με ξαναπλησιάσει, όπως και έγινε. Ποτέ δεν κάναμε παρέα με τον Βασίλη, πάντα υπήρχε μια αμοιβαία συμπάθεια, βρισκόμασταν αραιά και που σε γάμους φίλων, αλλά μέχρι εκεί. Δεν του είπα ποτέ ευχαριστώ για τότε, ίσως γιατί τόσα χρόνια δεν το θυμόμουν καν. Ίσως να μην το θυμόμουν σαν κάτι σημαντικό. Μέχρι σήμερα το πρωί… που έμαθα ότι ο Βασίλης έφυγε. Αντίο ρε Βασίλη! Θα στα πω από κοντά όταν βρεθούμε πάλι. Εις το επανιδείν».

Ίσως αυτή η μαρτυρία να περιγράφει καλύτερα από καθετί άλλο ποιος ήταν ο Βασίλης: παρών όταν χρειαζόταν, γενναιόδωρος, με ενσυναίσθηση και θάρρος. Ένας άνθρωπος που αγαπήθηκε βαθιά και που η πόλη του σήμερα τον αποχαιρετά συγκινημένη.

Η τελετή αποχαιρετισμού του Βασίλη Μπούτση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 28/2 στις 13:30 στο Αποτεφρωτήριο Ριτσώνας, παρουσία συγγενών, φίλων και ανθρώπων που θέλουν να του πουν το τελευταίο αντίο.

Exit mobile version