Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά σήμερα, Κυριακή 30 Αυγούστου, τη μνήμη του Αγίου Αλεξάνδρου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, μιας σημαντικής εκκλησιαστικής μορφής που συνδέθηκε με την υπεράσπιση των αποφάσεων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και την αντιμετώπιση του Αρειανισμού.
Παράλληλα, το εορτολόγιο της ημέρας περιλαμβάνει τον Άγιο Ευλάλιο, ιεράρχη στην Κύπρο, και τον Όσιο Φύλακα.
Τα ονόματα που γιορτάζουν σήμερα είναι τα εξής:
- Αλέξανδρος, Αλέκος, Αλέξης, Άλεξ, Αλεξάνδρα, Αλεξάντρα, Αλεξία, Αλέκα, Αλέξο, Αλέξω, Σάντρα
- Ευλάλιος, Ευλαλία
- Φύλακας
Ο Άγιος Αλέξανδρος και η Κωνσταντινούπολη
Ο Άγιος Αλέξανδρος έζησε κατά τον 3ο και τον 4ο αιώνα και διατέλεσε επίσκοπος Βυζαντίου και στη συνέχεια Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τον θάνατό του, το 337.
Οι ακριβείς χρονολογίες της ζωής του διαφέρουν ανάλογα με την πηγή, με το έτος γέννησής του να τοποθετείται συνήθως μεταξύ του 237 και του 244. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, καταγόταν από την Καλαβρία και οι γονείς του ονομάζονταν Γεώργιος και Βρυαίνη.
Από νεαρή ηλικία αφιερώθηκε στον Θεό και ακολούθησε τον μοναχικό βίο. Το Συναξάρι περιγράφει περιόδους αυστηρής άσκησης και νηστείας, καθώς και περιοδείες του στην Ελλάδα μαζί με τους μαθητές του, Βιτάλιο και Νικηφόρο.
Οι αφηγήσεις αυτές προέρχονται κυρίως από την εκκλησιαστική παράδοση, καθώς μεγάλο μέρος των πληροφοριών για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί μέσα από σύγχρονες ιστορικές πηγές.
Οι συγγραφείς που βρίσκονταν χρονικά πλησιέστερα στην εποχή του τον περιγράφουν ως άνθρωπο ενάρετο, ευσεβή και αφοσιωμένο στην Εκκλησία. Ο Θεοδώρητος Κύρου έγραψε ότι ήταν «ἀποστολικοῖς χαρίσμασι λαμπρυνόμενος».
Η εκλογή του στον επισκοπικό θρόνο
Ο Αλέξανδρος επιλέχθηκε αρχικά ως βοηθός του ηλικιωμένου επισκόπου Μητροφάνη. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Μητροφάνης έδωσε πριν από τον θάνατό του την εντολή να τον εκλέξουν διάδοχό του.
Ο Αλέξανδρος υπηρέτησε ως επίσκοπος για περισσότερα από είκοσι χρόνια, σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών για το Βυζάντιο και για ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Κατά τη διάρκεια της επισκοπείας του πραγματοποιήθηκαν, στις 11 Μαΐου του 330, τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης. Η παλαιά πόλη του Βυζαντίου μετονομάστηκε και αναδείχθηκε στη Νέα Ρώμη, αποκτώντας σταδιακά ιδιαίτερη πολιτική και εκκλησιαστική βαρύτητα.
Ο Αλέξανδρος θεωρείται ο πρώτος επίσκοπος της πόλης μετά τη μετονομασία της σε Κωνσταντινούπολη και συνδέθηκε με την εδραίωση του νέου εκκλησιαστικού της ρόλου.
Το 336 συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη η πρώτη Ενδημούσα Σύνοδος, με τη συμμετοχή επισκόπων που βρίσκονταν στην περιοχή. Κατά την ίδια περίοδο άρχισε να χρησιμοποιείται για τον επίσκοπο της Νέας Ρώμης ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου.
Η στάση του απέναντι στον Αρειανισμό
Το σημαντικότερο εκκλησιαστικό ζήτημα που αντιμετώπισε ήταν η Αρειανή έριδα, η οποία προκάλεσε έντονες θεολογικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις στον χριστιανικό κόσμο του 4ου αιώνα.
Ο Αρειανισμός πήρε το όνομά του από τον πρεσβύτερο Άρειο και αφορούσε κυρίως τη φύση του Χριστού και τη σχέση Του με τον Θεό Πατέρα. Η διδασκαλία του Αρείου καταδικάστηκε από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συγκλήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325.
Σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές, ο Αλέξανδρος συμμετείχε στη Σύνοδο ως εκπρόσωπος του ηλικιωμένου επισκόπου Μητροφάνη. Ορισμένες μεταγενέστερες αφηγήσεις υποστηρίζουν ότι ο Μητροφάνης παρευρέθηκε αυτοπροσώπως, όμως η εκδοχή αυτή θεωρείται λιγότερο πιθανή λόγω της προχωρημένης ηλικίας του.
Ο Αλέξανδρος συνεργάστηκε με άλλους ιεράρχες για την υπεράσπιση του Συμβόλου της Πίστεως της Νίκαιας και παρέμεινε σταθερός στην αντίθεσή του προς τις διδασκαλίες του Αρείου.
Η άρνησή του να δεχθεί ξανά τον Άρειο
Αργότερα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, επηρεασμένος από επισκόπους που υποστήριζαν την αποκατάσταση του Αρείου, ζήτησε από τον Αλέξανδρο να τον δεχθεί ξανά σε εκκλησιαστική κοινωνία.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Σωκράτη τον Σχολαστικό, ο Αλέξανδρος πίστευε ότι ο Άρειος δεν είχε μετανοήσει πραγματικά και για τον λόγο αυτό αρνήθηκε να προχωρήσει στην αποκατάστασή του.
Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ότι δέχθηκε πιέσεις και απειλές με εκθρόνιση και εξορία, χωρίς όμως να αλλάξει τη στάση του. Κλείστηκε στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης και προσευχήθηκε να μη βρεθεί αναγκασμένος να δεχθεί ξανά στην Εκκλησία έναν άνθρωπο του οποίου τη μετάνοια θεωρούσε προσχηματική.
Ο Άρειος πέθανε αιφνιδίως το 336, πριν ολοκληρωθεί η επίσημη επιστροφή του στην εκκλησιαστική κοινωνία. Οι λεπτομέρειες που περιβάλλουν το συγκεκριμένο γεγονός διασώζονται μέσα από αρχαίες εκκλησιαστικές αφηγήσεις και έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη θέση στην ορθόδοξη παράδοση.
Δείτε το βίντεο:
Η κοίμηση και η παρακαταθήκη του
Ο Άγιος Αλέξανδρος πέθανε το 337, την ίδια χρονιά με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄.
Σύμφωνα με την παράδοση, λίγο πριν από την κοίμησή του υπέδειξε τον Παύλο ως διάδοχό του και προειδοποίησε τον κλήρο για τον Μακεδόνιο. Ο τελευταίος ανήλθε αργότερα στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και οι διδασκαλίες που συνδέθηκαν με το όνομά του αποτέλεσαν τη βάση του Μακεδονιανισμού.
Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Αλέξανδρο ως ποιμένα που υπηρέτησε σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της πρώιμης χριστιανικής ιστορίας. Η μνήμη του παραμένει συνδεδεμένη με την αφοσίωση στις αποφάσεις της Συνόδου της Νίκαιας και τη σταθερότητα που επέδειξε απέναντι στις πιέσεις της εποχής του.
Κάθε χρόνο στις 30 Αυγούστου, χιλιάδες άνθρωποι που φέρουν το όνομά του γιορτάζουν μαζί με την εκκλησιαστική μνήμη του Αγίου Αλεξάνδρου.
