Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης μιλά ανοιχτά για τη βαριά απώλεια των γονιών του μέσα σε λίγους μήνες και για το πώς αυτή η εμπειρία άλλαξε τον τρόπο που βλέπει τη ζωή και την καθημερινότητά του.
«Έχασα μέσα σε έξι μήνες και τον πατέρα μου και τη μάνα μου», εξομολογήθηκε ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης στην εκπομπή «Buongiorno», περιγράφοντας μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής του. Ο ηθοποιός, που βίωσε την απώλεια και των δύο γονιών του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μίλησε για το πώς η απώλεια και οι αναμνήσεις τους συνοδεύουν πλέον κάθε του βήμα.
Η βραδιά με τον πατέρα του και το πιο δυνατό «μεγάλωσες»
Ξεχωριστή θέση στην καρδιά του έχει η σχέση με τον πατέρα του, ο οποίος – σε αντίθεση με τη μητέρα του – πρόλαβε να τον παρακολουθήσει στη θεατρική παράσταση όπου πρωταγωνιστεί αυτή την περίοδο.
«Ήταν έντονη συναισθηματικά η βραδιά που ήρθε ο πατέρας μου. Ήταν ο πιο δύσκολος και όμορφος κριτής συνάμα. Έχω πάρει το πιο όμορφο κομπλιμέντο της ζωής μου από εκείνον σε μία παράσταση που δεν του άρεσε και μου είπε “μεγάλωσες”. Μεγάλωσα στο μυαλό του; Στα μάτια του; Δεν ξέρω», ανέφερε με ειλικρίνεια.
Η φράση αυτή έμεινε χαραγμένη μέσα του σαν παράσημο, ένα σχόλιο λιτό αλλά βαθιά ουσιαστικό, που κουβαλάει ακόμη.
Πώς ζει σήμερα το πένθος
Η ανάγκη του να κρατήσει ζωντανό τον δεσμό μαζί τους αποτυπώθηκε ακόμη και πάνω του, μέσα από τατουάζ που έχει και στα δύο του χέρια. Σε ένα από αυτά, αφιερωμένο στη μητέρα του, κρύβεται μια ολόκληρη στάση ζωής: «Υπάρχει εύκολος δρόμος στη ζωή, αλλά αν τον ακολουθήσεις δεν μένει και καμία μνήμη».
Μιλώντας για το παρόν, δεν προσπάθησε να δείξει πιο δυνατός απ’ όσο νιώθει.
«Τώρα είμαι ψύχραιμος. Αν μου μίλαγες δύο μήνες πριν, δεν θα ήμουν. Ψυχοσύνθεση είναι. Μπορεί να δεις κάτι, να ακούσεις ένα τραγούδι και να “διαλυθείς”. Αλλά να έχεις τη δύναμη να παραδεχτείς ότι μπορείς να το κάνεις», εξήγησε, περιγράφοντας με απλότητα τις εναλλαγές του πένθους.
Ένα σπίτι γεμάτο τέχνη και ερεθίσματα
Η αγάπη του για το θέατρο δεν γεννήθηκε τυχαία. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η τέχνη είχε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο.
«Και οι δύο γονείς μου ήταν άνθρωποι οι οποίοι αγαπούσαν πολύ τις τέχνες. Αγαπούσαν όλους τους ανθρώπους της τέχνης, οπότε ήταν μία φυσική εξέλιξη ζώντας μαζί τους να έχω στον χώρο μου ως παιδάκι τέτοια ερεθίσματα. Και επειδή ήταν και πολύ εκφραστικοί άνθρωποι και απίστευτα αστείοι και πολύ τύποι του πάρτι, πάντα είχαμε έναν τρόπο έκφρασης τέτοιο», θυμάται.
Παρότι ο ίδιος, όπως λέει, έγινε πιο σοβαρός μεγαλώνοντας, δεν ξεχνά πόσο τυχερός στάθηκε.
«Είμαι ευλογημένος για τη σχέση που είχαμε, γιατί ξέρω πολλούς ανθρώπους που αυτό που έζησαν, δεν ήταν ένας παράδεισος. Οπότε είμαι ευγνώμων σε αυτό το κομμάτι της ζωής μου», κατέληξε, κρατώντας ως πολύτιμη κληρονομιά την αγάπη που έλαβε.
