Στις 29 Αυγούστου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μία από τις σημαντικότερες εορτές της εκκλησιαστικής παράδοσης.
Η ημέρα είναι αφιερωμένη στον μαρτυρικό θάνατο του Αγίου Ιωάννη, ο οποίος αποκεφαλίστηκε με εντολή του Ηρώδη Αντύπα, και τηρείται με αυστηρή νηστεία.
Το ερώτημα για το πού βρίσκεται σήμερα η Τιμία Κάρα δεν έχει μία απολύτως ξεκάθαρη ιστορική απάντηση. Το γνωστότερο λείψανο που αποδίδεται στην κεφαλή του Αγίου φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό της Αμιένης, στη βόρεια Γαλλία. Πρόκειται, όμως, για τμήμα ανθρώπινου κρανίου με τα οστά του προσώπου και όχι για ολόκληρη την κεφαλή.
Παράλληλα, τμήματα που αποδίδονται στην Τιμία Κάρα φυλάσσονται και σε άλλους τόπους, μεταξύ των οποίων η Μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος, η Ρώμη και η Δαμασκός.
Ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, ο Άγιος Ιωάννης είχε καταγγείλει δημόσια τον γάμο του Ηρώδη Αντύπα με την Ηρωδιάδα, σύζυγο του αδελφού του, προκαλώντας την οργή της.
Κατά τη διάρκεια συμποσίου, η κόρη της Ηρωδιάδας χόρεψε μπροστά στον Ηρώδη και εκείνος, εντυπωσιασμένος, υποσχέθηκε να της προσφέρει ό,τι του ζητούσε.
Ύστερα από παρότρυνση της μητέρας της, εκείνη ζήτησε την κεφαλή του Ιωάννη του Βαπτιστή πάνω σε πινάκιο. Παρότι ο Ηρώδης φέρεται να δίστασε, διέταξε τελικά τον αποκεφαλισμό του φυλακισμένου Προδρόμου.
Οι μαθητές του παρέλαβαν και έθαψαν το σώμα του, όμως η διαδρομή της κεφαλής του αποτελεί αντικείμενο της μεταγενέστερης εκκλησιαστικής παράδοσης.
Οι τρεις ευρέσεις της Τιμίας Κεφαλής
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, μετά τον αποκεφαλισμό η Ηρωδιάδα δεν επέτρεψε να ταφεί η κεφαλή μαζί με το σώμα του Αγίου, επειδή φοβόταν τη δύναμη του Προδρόμου ακόμη και μετά τον θάνατό του.
Η Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, αξιωματούχου του Ηρώδη, φέρεται να πήρε κρυφά την Τιμία Κεφαλή, να την τοποθέτησε μέσα σε πήλινο δοχείο και να την έθαψε στο Όρος των Ελαιών.
Αρκετά χρόνια αργότερα, ένας μοναχός με το όνομα Ιννοκέντιος φέρεται να την ανακάλυψε κατά την ανέγερση ναού. Πριν από τον θάνατό του την έκρυψε ξανά, προκειμένου να την προστατεύσει από πιθανή βεβήλωση.
Η παράδοση αναφέρει ότι ακολούθησαν συνολικά τρεις ευρέσεις της Τιμίας Κεφαλής. Η πρώτη και η δεύτερη τιμώνται από την Εκκλησία στις 24 Φεβρουαρίου, ενώ η τρίτη στις 25 Μαΐου.
Η μεταφορά στην Κωνσταντινούπολη
Κατά τη δεύτερη εύρεση, η Κάρα φέρεται να αποκαλύφθηκε σε δύο μοναχούς που είχαν μεταβεί στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους.
Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή ενός αγγειοπλάστη, στην αδελφή του και κατόπιν σε διαφορετικά πρόσωπα, έως ότου βρέθηκε στα χέρια ενός αρειανού ιερομονάχου, του Ευστάθιου.
Ο Ευστάθιος την έκρυψε σε σπήλαιο κοντά στην Έμεσα της Συρίας. Αργότερα, η τοποθεσία της αποκαλύφθηκε εκ νέου και το λείψανο μεταφέρθηκε σε ναό της περιοχής.
Κατά την περίοδο του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου μετακομίστηκε στο Έβδομο της Κωνσταντινούπολης, ενώ αργότερα τοποθετήθηκε σε ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στη βυζαντινή πρωτεύουσα.
Στα χρόνια της Εικονομαχίας φέρεται να μεταφέρθηκε και να κρύφτηκε στα Κόμανα. Μετά την αποκατάσταση της τιμής των εικόνων, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που συνδέεται με την τρίτη εύρεσή της.
Πώς το λείψανο έφτασε στην Αμιένη
Η επόμενη μεγάλη καμπή στην ιστορία του κειμηλίου τοποθετείται στην άλωση και τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, το 1204.
Σύμφωνα με την παράδοση της Αμιένης, ο σταυροφόρος Βαλόν ντε Σαρτόν εντόπισε στα ερείπια ανακτόρου ένα λείψανο μέσα σε κρυστάλλινη θήκη. Πάνω στην αργυρή βάση υπήρχε ελληνική επιγραφή που το απέδιδε στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο σταυροφόρος μετέφερε το κειμήλιο στη Γαλλία και το παρέδωσε στον επίσκοπο της Αμιένης το 1206.
Από τότε το λείψανο συνδέθηκε στενά με τη θρησκευτική ιστορία της πόλης και έγινε σημαντικός προορισμός προσκυνητών από διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης.
Το τμήμα της Τιμίας Κάρας που αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό της Αμιένης
Τι ακριβώς φυλάσσεται στον ναό της Αμιένης
Το κειμήλιο της Αμιένης δεν αποτελεί ολόκληρο ανθρώπινο κρανίο. Πρόκειται για το μπροστινό τμήμα του κρανίου, το οποίο περιλαμβάνει οστά του προσώπου, χωρίς την κάτω γνάθο.
Φυλάσσεται σε λειψανοθήκη από ορεία κρύσταλλο, η οποία συμπληρώθηκε τον 19ο αιώνα με επιχρυσωμένο αργυρό δίσκο, ημιπολύτιμους λίθους και μεταλλικό κάλυμμα.
Ο Καθεδρικός Ναός της Παναγίας της Αμιένης, γνωστός διεθνώς ως Notre-Dame d’Amiens, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της γοτθικής αρχιτεκτονικής.
Η κατασκευή του άρχισε τον 13ο αιώνα και σήμερα περιλαμβάνεται στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Τι έδειξε η εξέταση του λειψάνου
Το λείψανο εξετάστηκε το 1959, κυρίως με ακτινογραφικές και ανατομικές μεθόδους, ενώ συγκρίθηκε και με τμήμα γνάθου που φυλάσσεται στη γαλλική πόλη Βερντέν.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η εξέταση κατέληξε ότι το οστό ανήκε σε άνδρα ο οποίος πέθανε περίπου στην τρίτη δεκαετία της ζωής του και παρουσίαζε χαρακτηριστικά που θεωρήθηκαν συμβατά με καταγωγή από την περιοχή της Παλαιστίνης.
Η χρονολόγηση που μπορούσαν να υποστηρίξουν οι τότε μέθοδοι ήταν εξαιρετικά ευρεία, από περίπου το 2500 π.Χ. έως το 1000 μ.Χ.. Κατά συνέπεια, η εξέταση δεν μπόρεσε να τοποθετήσει το λείψανο με ακρίβεια στην εποχή του Αγίου Ιωάννη.
Δεν έχει δημοσιοποιηθεί τεκμηριωμένη χρονολόγηση του λειψάνου της Αμιένης με άνθρακα-14 που να το τοποθετεί ειδικά μεταξύ του 1ου και του 3ου αιώνα μ.Χ.
Το σημάδι στο μέτωπο και η εκκλησιαστική παράδοση
Στο κάτω μέρος του μετώπου υπάρχει ένα παλαιό ίχνος, το οποίο έχει αποδοθεί σε χτύπημα από αιχμηρό αντικείμενο.
Στην εκκλησιαστική παράδοση το σημάδι έχει συσχετιστεί με τη διήγηση ότι η Ηρωδιάδα τρύπησε με αιχμηρό αντικείμενο τη γλώσσα ή το πρόσωπο του νεκρού Προδρόμου, θέλοντας να εκδικηθεί εκείνον που είχε καταγγείλει τη συμπεριφορά της.
Η σύνδεση αυτή, ωστόσο, αποτελεί ερμηνεία βασισμένη στην παράδοση και δεν μπορεί να πιστοποιηθεί επιστημονικά.
Ακόμη και αν οι εξετάσεις προσδιορίσουν το φύλο, την ηλικία, τη γεωγραφική προέλευση ή την εποχή ενός ανθρώπινου λειψάνου, δεν μπορούν από μόνες τους να αποδείξουν ότι ανήκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο.
Και άλλοι τόποι διεκδικούν τμήματα της Τιμίας Κάρας
Η Αμιένη δεν είναι ο μοναδικός τόπος στον οποίο φυλάσσεται λείψανο που αποδίδεται στην κεφαλή του Αγίου Ιωάννη.
Τμήματα ή λείψανα με την ίδια απόδοση βρίσκονται στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, στη βασιλική San Silvestro in Capite της Ρώμης και σε συλλογή λειψάνων στο Μόναχο.
Ιδιαίτερα γνωστό είναι και το προσκύνημα στο Μεγάλο Τέμενος των Ομεϋαδών στη Δαμασκό, όπου υπάρχει μνημείο που θεωρείται ότι περιέχει την κεφαλή του Προφήτη Γιαχία, όπως είναι γνωστός ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής στο Ισλάμ.
Οι διαφορετικές παραδόσεις ενδέχεται να αφορούν επιμέρους τμήματα του ίδιου λειψάνου, μεταγενέστερες αποδόσεις ή διαφορετικές ιστορικές αφηγήσεις. Δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος να αποδειχθεί με βεβαιότητα ποιο από αυτά συνδέεται πράγματι με τον Άγιο.
Πού βρίσκεται, λοιπόν, σήμερα η Τιμία Κάρα
Η πιο ακριβής απάντηση είναι ότι στον Καθεδρικό Ναό της Αμιένης φυλάσσεται από το 1206 το γνωστότερο τμήμα κρανίου που αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Δεν πρόκειται για ολόκληρη την κεφαλή, ενώ και άλλες εκκλησίες και μονές διατηρούν λείψανα τα οποία συνδέονται με την Τιμία Κάρα.
Η ιστορική διαδρομή του κειμηλίου της Αμιένης μπορεί να παρακολουθηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια από τον 13ο αιώνα και μετά. Η σύνδεσή του με τον Άγιο Ιωάννη βασίζεται στην εκκλησιαστική παράδοση και στη μακραίωνη τιμή που του αποδίδεται, όχι σε οριστική επιστημονική πιστοποίηση.
Για τους πιστούς, η αξία του λειψάνου παραμένει πρωτίστως πνευματική. Συνδέεται με τον Προφήτη και Πρόδρομο που, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, κήρυξε τη μετάνοια, βάπτισε τον Ιησού Χριστό στον Ιορδάνη και παρέμεινε πιστός στην αλήθεια μέχρι τον μαρτυρικό του θάνατο.
