Πέθανε στα 66 του ο σπουδαίος Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής

Πέθανε στα 66 του χρόνια, ύστερα από σοβαρά προβλήματα υγείας, ένας σπουδαίος αλλά αθόρυβος εκπρόσωπος του λαϊκού τραγουδιού. Ο Μπάμπης Τσετίνης είχε μια φωνή που όλοι έχουν ακούσει, ακόμα κι αν το όνομά του δεν έγινε ποτέ πρώτο θέμα.

Μπάμπης Τσετίνης: Ο σπουδαίος αλλά «αθόρυβος» λαϊκός τραγουδιστής με τη μοναδική φωνή

Κι όμως, τα τραγούδια του τα ξέρεις. Τα έχεις σιγοτραγουδήσει, τα έχεις νιώσει.

Η είδηση του θανάτου του πέρασε σχετικά χαμηλά, χωρίς μεγάλες τηλεοπτικές αφιερώσεις και μακρόσυρτα ειδικά προγράμματα. Κι ας είχε εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια σε ορισμένες εκπομπές μακράς διάρκειας, όπως το «Στην υγειά μας» ή το «Κοίτα τι έκανες». Οι παρουσίες του ήταν περιορισμένες, όχι μόνο λόγω των προβλημάτων υγείας, αλλά και επειδή δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τα φώτα και το «φαίνεσθαι».

Έφυγε από τη ζωή μόλις στα 66 του χρόνια και όσοι είχαν παρακολουθήσει τη διαδρομή του δεν μπόρεσαν να κρύψουν τη συγκίνησή τους, παρότι γνώριζαν πως η ασθένεια τον είχε βάλει εδώ και καιρό στο περιθώριο.

Η συγκίνηση αυτή δεν αφορούσε μόνο την απώλεια, αλλά τις αναμνήσεις από τα τραγούδια και τη χαρακτηριστική φωνή με τον λαϊκό λυγμό που τον συνόδευε. Και ίσως γιατί, σχεδόν πάντα, δίπλα στο όνομά του στεκόταν η λέξη «άτυχος».

«Αυτοί ήταν πιο έξυπνοι από μένα», είχε πει με έντονη αυτοσαρκαστική διάθεση σε συνέντευξή του στον Χρήστο Παπαδόπουλο, αναφερόμενος σε εκείνους που κατάφεραν να μείνουν ανεξίτηλοι στη μνήμη του κόσμου.

Η ιστορία με τον Καζαντζίδη

Όποιος ανατρέξει σε όσα λίγα έχουν γραφτεί για τον Μπάμπη Τσετίνη, δύσκολα δεν θα συναντήσει το όνομα του Στέλιου Καζαντζίδη. Συχνά μάλιστα όχι με θετικό τρόπο, αφού κατά καιρούς διατυπώθηκαν σενάρια ακόμα και για αντιπαλότητα μεταξύ τους, ή για το ότι ο Τσετίνης δεν έκανε την καριέρα που άξιζε εξαιτίας του.

«Με τον Καζαντζίδη ήμασταν φίλοι και μου είχε πει πολλές φορές πόσο του άρεσε η φωνή μου», είχε ξεκαθαρίσει ο ίδιος, βάζοντας τέλος στις φήμες.

Πώς γεννήθηκε λοιπόν όλη αυτή η κουβέντα; Η απλή εκδοχή λέει ότι, αφού ο Καζαντζίδης κυριαρχούσε στο λαϊκό τραγούδι, δεν υπήρχε χώρος για άλλους. Ο ίδιος ο Τσετίνης, πάντως, είχε διαφορετική άποψη: «Ο Καζαντζίδης έκανε καλό, γιατί εξαιτίας του βγήκαν και άλλοι λαϊκοί τραγουδιστές».

Γεννημένος στη Δράμα και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήξερε από νωρίς ότι το τραγούδι ήταν ο δρόμος του. Σχεδόν ανήλικος βρέθηκε πάνω στο πάλκο. Το 1958 κατέβηκε στην Αθήνα και ξεκίνησε εμφανίσεις στο κέντρο «Ρομάντικα» του Χρήστου Κολοκοτρώνη, μαζί με τον Άκη Πάνου. Εκεί, ως μαθητευόμενος τραγουδιστής, στάθηκε δίπλα στον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Πέτρο Αναγνωστάκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Την ίδια περίοδο, από τη Θεσσαλονίκη είχε κατέβει και ο νεαρός Στράτος Διονυσίου.

Η πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση ήρθε με το τραγούδι «Το κορίτσι μου χορεύει». Ακολούθησαν επιτυχίες όπως «Ο βρεγμένος βροχή δεν φοβάται» – με δεύτερη φωνή τη νεαρή τότε Λίτσα Διαμάντη – «Ίσως», «Μπορεί», «Αμφιβολία», «Κι ενώ το ήξερα», «Στο παλιό το μονοπάτι», «Ό,τι αρχίζει ωραίο», «Με ποιο δικαίωμα», «Να χαρείς τα μάτια σου, καλέ», «Η φτωχολογιά θα ζήσει».

Στη διαδρομή του συνεργάστηκε με τον Χρήστο Λεοντή, τον Γιώργο Κατσαρό, τον Γιώργο Μητσάκη και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο.

Συνολικά ηχογράφησε περίπου 200 τραγούδια και συνέχισε να εμφανίζεται σε μαγαζιά ακόμα και στα τελευταία χρόνια της καριέρας του. Δεν χάθηκε ποτέ εντελώς, όμως τη μεγάλη εμπορική έκρηξη και τα πολλά χρήματα τα γνώρισαν άλλοι.

Τα συμβόλαια και οι χαμένες ευκαιρίες

Ο ίδιος δεν έκρυβε ότι μεγάλο αγκάθι στην πορεία του υπήρξε η δισκογραφική εταιρεία με την οποία συνεργάστηκε στα πιο δυνατά του χρόνια. Η χαρά και οι προοπτικές τον έκαναν να μη δώσει σημασία στις λεπτομέρειες του συμβολαίου. Όπως έλεγε, η εταιρεία κέρδιζε πολλά, ενώ ο ίδιος έπαιρνε ελάχιστα.

Όταν το λαϊκό τραγούδι άρχισε να αλλάζει δρόμους, η εταιρεία τον άφησε εκτός, χωρίς ανανέωση συμβολαίου.

Παράλληλα, τα θέματα δικαιωμάτων και δεσμεύσεων εμπόδιζαν συνθέτες που ήθελαν να του δώσουν τραγούδια.

Ανάμεσά τους και ο Μανώλης Χιώτης, ο οποίος μετά την επιστροφή του από την Αμερική αναζητούσε νέες φωνές. Είχε υποσχεθεί συνθέσεις στον Τσετίνη, όμως η συνεργασία δεν πρόλαβε να γίνει λόγω του θανάτου του συνθέτη.

https://www.youtube.com/watch?v=2oSybyfnnhM

Όπως έλεγε ο ίδιος, τα πραγματικά καλά χρήματα ήρθαν αργότερα, κυρίως από εμφανίσεις στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αμερική.

Η επιστροφή και το τέλος

«Δεν είναι όπως σήμερα που κάποιος μπορεί να βγάζει εκατομμύρια σε μια βραδιά», είχε πει σε τηλεοπτική του συνέντευξη, τονίζοντας ότι το λαϊκό τραγούδι είχε ήδη αλλάξει.

Η ανανέωση είναι φυσική όσο ο κόσμος προχωράει. Το αν είναι καλή ή όχι, φαίνεται με τον χρόνο, σχολίαζε.

Τη δεκαετία του 1980 ο Τσετίνης ξαναήρθε στο προσκήνιο μέσα από κομπανίες και σχήματα που ανακάλυπταν ξανά το παλιό λαϊκό. Η επιστροφή του έγινε χωρίς νέα τραγούδια και χωρίς στήριξη δισκογραφικής. Οι κριτικοί μιλούσαν με θαυμασμό για τη φωνή του, όμως το προσκήνιο ανήκε αλλού.

Ο ίδιος δεν ήταν άνθρωπος των δημοσίων σχέσεων και σταδιακά βρέθηκε σε μικρότερα, πιο οικογενειακά μαγαζιά. «Οι παλιοί ήμασταν απροστάτευτοι. Να θυμηθείτε πού τραγουδούσε ένας Ζαμπέτας πριν το τέλος», είχε πει χαρακτηριστικά.

Στη δεκαετία του 1990 ηχογράφησε ένα τραγούδι του Άκη Πάνου και στη συνέχεια ήρθε ξανά η σιωπή. Τα προβλήματα υγείας επιδεινώθηκαν. Το 2005 πραγματοποιήθηκε συναυλία οικονομικής ενίσχυσης για τον τότε ασθενή Τσετίνη. Τον θυμήθηκαν ξανά, όμως εκείνος δεν μπορούσε πια να χαρεί αυτή τη στιγμή.

Οι παλαιότεροι μιλούσαν πάντα με σεβασμό για το ήθος και τον χαρακτήρα του. Δεν είχε εμπλακεί σε καβγάδες ή ίντριγκες. Από την άλλη, εξέφραζε πίκρα για τους νεότερους τραγουδιστές που απαξίωναν την παλιά γενιά.

Μέχρι τις τελευταίες του εμφανίσεις, η φωνή του στεκόταν όρθια. Και αξίζει να την ανακαλύψει κανείς ξανά. Ακόμα κι αν δεν ταιριάζει με τα trends της εποχής.

Exit mobile version