Ο Τρύφων Καρατζάς έφυγε από τη ζωή μόνος στο σπίτι του, αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη διαδρομή 62 χρόνων στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Η πορεία του ήταν γεμάτη σπουδαίους ρόλους, σημαντικές συνεργασίες και μια αθόρυβη αξιοπρέπεια που τον έκανε να ξεχωρίζει μέχρι το τέλος.
Τρύφων Καρατζάς: 62 χρόνια στο θέατρο με σπάνιο φωτογραφικό υλικό
Γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου του 1935 και ανήκε στη γενιά των παιδιών της Κατοχής, κάτι που ο ίδιος πίστευε ότι σφράγισε καθοριστικά τον χαρακτήρα και τη μετέπειτα ζωή του. Μεγάλωσε στην οδό Αλκαμένους, στην Αθήνα, μαζί με τους βιοπαλαιστές γονείς του, τον Γιώργο και τη Στέλλα, αλλά και τον μικρότερο αδελφό του, τον Δημήτρη.
Από πολύ μικρός τραγουδούσε και το 1947 ένας γείτονάς του τον πήρε μαζί του στη χορωδία της Μητρόπολης Αθηνών. Ο Αρχιψάλτης τού ανέθεσε να ψέλνει κάθε Κυριακή το «Σε υμνούμεν» την ώρα της Θείας Κοινωνίας. Η λειτουργία μεταδιδόταν από το ραδιόφωνο και έτσι η φωνή του έγινε γρήγορα γνωστή και αγαπητή στους Αθηναίους. Ο Αρχιεπίσκοπος και Αντιβασιλέας Δαμασκηνός τον χειροτόνησε Αναγνώστη, τον μοναδικό τίτλο που μπορεί να δοθεί σε έναν απλό άνθρωπο χωρίς να φορέσει ράσο.
Επειδή η παιδική φωνή του ήταν σοπράνο, προτάθηκε στους γονείς του να φύγει για την Παιδική Χορωδία της Βιέννης. Εκείνοι όμως δεν θέλησαν να αποχωριστούν το παιδί τους. Αργότερα, ακούγοντάς τον, ο σπουδαίος καθηγητής φωνητικής Κίμων Τριανταφύλλου, αδελφός του Αττίκ, τον χαρακτήρισε «τενοροβαρύτονο». Ήταν μια φωνή που μπορούσε να του ανοίξει πολύ μεγάλους δρόμους και να του χαρίσει τεράστιο ρεπερτόριο, όμως χρειαζόταν σπουδές. Τα χρήματα δεν υπήρχαν και αυτό το όνειρο δεν προχώρησε.
Από τη σχολή στο Πειραϊκό θέατρο
Όταν τελείωσε το γυμνάσιο, έχοντας συμμαθητές τον Αλέκο Φασιανό, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αναγκάστηκε να δουλέψει για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του. Κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να δώσει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Στην επιτροπή βρίσκονταν ο Δημήτρης Ροντήρης, ο ιστορικός του θεάτρου Γιάννης Σιδέρης και ο διευθυντής του Ωδείου Σαραντάκος. Πέρασε με την υποτροφία «Αβέρωφ» και ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε τρία χρόνια.
Με την αποφοίτησή του, ο δάσκαλός του Δημήτρης Ροντήρης τον ενέταξε στα ιδρυτικά στελέχη του Πειραϊκού Θεάτρου. Η πρώτη παράσταση στην οποία εμφανίστηκε ήταν η «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Εκείνη την εποχή, βέβαια, το να είσαι ηθοποιός δεν θεωρούνταν κανονικό επάγγελμα. Όταν τυπώθηκε για πρώτη φορά το όνομά του στην εφημερίδα, όπως γινόταν στην αρχή κάθε σεζόν για τους θιάσους, ο πατέρας του γύρισε από το καφενείο και τον ρώτησε: «Μου είπαν ότι διάβασαν το όνομά σου στην εφημερίδα. Τι έκανες;», λες και είχε μπλέξει σε κάποια παρανομία. Η μητέρα του, αντίθετα, στάθηκε από την πρώτη στιγμή δίπλα του.
Δείτε το βίντεο:
Η φωνή του έγινε και το μεγάλο του πλεονέκτημα για να προσληφθεί στην Εθνική Ραδιοφωνία. Έμεινε εκεί 14 χρόνια ως εκφωνητής, καταγράφοντας δεκάδες χιλιάδες ώρες εκπομπών και πτήσεων. Κάποια στιγμή όμως αποφάσισε να το αφήσει πίσω του, καθώς οι συνθήκες ήταν εξαντλητικές. Το πρωί στο ραδιόφωνο για σίριαλ, στη συνέχεια διπλές παραστάσεις στο θέατρο, αφού τότε τα θέατρα λειτουργούσαν από Τρίτη έως Κυριακή με δύο παραστάσεις, και αρκετές φορές νυχτερινά γυρίσματα για ταινίες.
Οι πρώτες μεγάλες στιγμές σε θέατρο και σινεμά
Το 1958 τον βρίσκει στο Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη να υποδύεται έναν Γάλλο πρεσβευτή στο έργο του Γεωργίου Ρούσσου «Βασίλισσα Αμαλία», δίπλα στους Μάνο Κατράκη και Μαίρη Αρώνη. Οι ταξιθέτριες τον καλησπέριζαν με μια ατάκα από τον ρόλο του. «Όταν συμβεί αυτό και οι ταξιθετριες έχουν αποστηθίσει μια φράση από το ρόλο σου κάτι συμβαίνει» θα πει χαρακτηριστικά.
Την ίδια περίοδο, εντελώς τυχαία, ήρθε και η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, χάρη στον Ανδρέα Ζησιμάτο. «Αύριο έχω γύρισμα στον Ασπρόπυργο για μια ταινία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και θέλουν νέους και νέες για μια σκηνή που γίνεται ένα πάρτι να χορεύουν. Θα πάρεις και ένα 50άρι. Θες να έρθεις;» Πήγα. Κάποια στιγμή ο σκηνοθέτης μου έδωσε και μια φράση να πω. Η ταινία λεγόταν «Ερωτικές ιστορίες».
Για δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε στον θίασο του Κώστα Μουσούρη, μια συνεργασία που ο ίδιος θυμόταν πάντα με συγκίνηση. «Επί 10 χρόνια ήμουν στον θίασό του με μικρούς και μεγάλους ρόλους. Η ατμόσφαιρα, ο τρόπος συμπεριφοράς, αντιμετώπισης των ανθρώπων, η συνέπεια στην πληρωμή, όλα αυτά με έκαναν να περνάω υπέροχα. Ηταν ένας άνθρωπος με πολύ μεράκι για το θέατρο. Να σκεφτείς ότι πήγαινε το καλοκαίρι στο Λονδίνο για να αγοράσει τις ταπετσαρίες και τα έπιπλα για τον χειμώνα, γιατί το έργο ήταν εγγλέζικο».
Για αρκετά χρόνια στο θέατρο τα χαρακτηριστικά του αλλοιώνονταν με περούκες, φαβορίτες, έξτρα μαλλιά και άλλα μέσα, επειδή συχνά ερμήνευε ρόλους μεγαλύτερων ηλικιών. Μετά τα 40 του άρχισε πια να βγαίνει στη σκηνή με τη φυσική του μορφή.
«Το παρουσιαστικό παίζει κάποιο ρόλο. Ο Δαλιανίδης με πήρε και με πήγε στο Φίνο επειδή θα γύριζε μια ταινία με τεντιμπόιδες και ήθελε να βάλει και εμένα. Και του λέει ο Φίνος είισαι στα καλά σου; Δε το βλέπεις έχει ένα τζάκι που κουβαλάει. Εννοώντας κάτι αριστοκρατικό».
Οι ιστορίες που έμειναν από το θέατρο της Δευτέρας
Πολλές ήταν οι συμμετοχές του στο ιστορικό Θέατρο της Δευτέρας. «Πολλοί άνθρωποι αγάπησαν το θέατρο και ξαναπήγαν στο θέατρο εξαιτίας της παραγωγής αυτής. Κάναμε με σοβαρότητα πρόβες εβδομάδων. Παρόλα αυτά οι συνθήκες ήταν τραγικές πολλές φορές. Μια φορά η Ρίκα Διαλυνά με μια έξωμη τουαλέτα και εγώ με ένα πολύ λεπτό σμόκιν κάνουμε μια σκηνή στο στούντιο Ατα και έχουμε παγώσει, έχουμε γίνει παγάκια. Σε ένα διάλειμμα, είναι μέσα ο Γιώργος Ράλλης ο ιδιοκτήτης και του λέω βρε Γιώργο μου εδώ έχετε θέρμανση και μου λέει: Tα μηχανήματα έχουν εκατομμύρια, εσύ αν πάθεις κάτι παίρνω άλλον. Τόσο καλά. Μια άλλη φορά έχουμε γράψει το έργο με σκηνοθέτη τον Γρηγόρη Γρηγορίου και με ειδοποιούν ξαφνικά και μου λένε δυστυχώς το δεύτερο μέρος σβήστηκε γιατί γράψαμε ποδόσφαιρο απάνω. Κάνανε και οικονομία στις ταινίες. Βάζουν λοιπόν το πρώτο μέρος και εμείς ήμασταν εκεί, βαμμένοι, έτοιμοι και το δεύτερο μέρος το παίξαμε ζωντανά και ό,τι προλάβαινε η κάμερα».
Σε μια συνέντευξη Τύπου για την παράσταση «Οι 12 ένορκοι» ρωτήθηκε αν είχε υπάρξει ποτέ ένορκος. «Όχι αλλά και το φονιά μπορώ να παίξω χωρίς να έχω κάνει φόνο. Και τον Χίτλερ αν χρειαστεί θα τον παίξω χωρίς να είμαι ο Χίτλερ. Αυτή είναι η δουλειά μου. Να παίρνω ένα κείμενο με δακτυλογραφημένες σειρές και να του βάζω αίμα, σάρκα, φωνή, κίνηση και να τον κάνω άνθρωπο. Το θέμα δεν είναι να έχεις ζήσει κάτι για να το ερμηνεύσεις».
Ο άνθρωπος πίσω από τους ρόλους
Πολύ στενός του φίλος ήταν ο ηθοποιός Δημήτρης Τσούτσης, με τον οποίο μιλούσαν καθημερινά. Οι δυο τους είχαν συνεργαστεί σε αρκετές θεατρικές δουλειές, αλλά και στη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία «Λαβ Σόρυ» το 1994, όπου υποδύθηκαν αντίστοιχα τον πατέρα και τον νονό της Λίλης. Η σειρά εκείνη ήταν πρώτη σε θεαματικότητα τη σεζόν που προβλήθηκε. Τη Λίλη ερμήνευσε στα πρώτα της βήματα η Κωνσταντίνα Μιχαήλ, η οποία τον αποχαιρέτησε μέσα από το προφίλ της στο instagram με λόγια που συγκίνησαν: «Αχ! Μπαμπά!». Η αρχή μου και το φινάλε σου. Να αναπαυθείς αγαπημένε μου Τρύφωνα Καρατζά. Ήταν τιμή μου και καμάρι μου να παίξω την κόρη σου, πάντα με γέμιζε χαρά το γύρισμα μαζί σου. Εσύ με πήρες από το χέρι για να ξεκινήσω την δουλειά αυτή. Σε ευχαριστώ. Δεν σου το είπα ποτέ. Συγγνώμη μπαμπά».
Ανάμεσα στις πιο ξεχωριστές τηλεοπτικές παρουσίες του ήταν η συμμετοχή του το 1975 στη «Βασίλισσα Αμαλία» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η μεγάλη επιτυχία «Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα» στον ρόλο του Μελαχρινού το 1987, η προσεγμένη «Αλτάνα της Πάργας» το 1990, η ιδιαίτερη εμφάνισή του στις «Τρεις Χάριτες» σε τρία επεισόδια στον ρόλο του Κώστα Σακελλαρίου το 1991, το «Χάι Ροκ» το 1992, αλλά και δύο ξεχωριστά επεισόδια στο «Τμήμα Ηθών» το 1993. Στα τελευταία χρόνια της πορείας του ξεχώρισε και στις σειρές «Πήρα κόκκινα γυαλιά» ως Αργύρης Μελάς το 2007, «Σαράντα κύματα» ως Γιάννης Χτυποκάρδης, αλλά και στην «Ονειροπαγίδα» στον ρόλο του μπάτλερ Ξενοφώντα το 2010. Για πολύ κόσμο, όμως, έμεινε αξέχαστος ως Βύρων Δελαφράγκας στην κινηματογραφική κωμωδία του 2001 «Το κλάμα βγήκε από τον παράδεισο».
Οι ρόλοι που τον επηρέασαν βαθιά
Δύο φορές στη μακρόχρονη διαδρομή του έφτασε στο σημείο να παρασυρθεί ψυχικά από τους ρόλους που ερμήνευε. «Το 1975 έπαιζα τον ψυχίατρο Ντίζαλ στο έργο «Έκβους» που είχα κάνει με τον Δημήτρη Ποταμίτη. Είχε επιβληθεί ο ρόλος στην προσωπικότητα μου, φερόμουν όπως ο ρόλος. Και στην παράσταση «Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές» που υποδυόμουν τον Ερρίκο τον όγδοο. Άρχισα να φέρομαι υπεροπτικά σα βασιλέας. Ευτυχώς βρέθηκαν φίλοι και με σώσανε. Μου είπαν σύνελθε, τι είναι αυτα που κάνεις. Δεν πήγα σε ψυχίατρο η ψυχαναλυτή. Ευτυχώς που υπήρχαν φίλοι γύρω μου και με βοήθησαν».
Ο Τρύφων Καρατζάς δεν μπήκε ποτέ σε ίντριγκες και δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή ότι θα ήθελε να είχε ακολουθήσει άλλο δρόμο. Το επάγγελμα του ηθοποιού τού χάρισε έντονες συγκινήσεις και ουσιαστικά έγινε ολόκληρη η ζωή του. Δεν τον απασχολούσε ποτέ αν ο ρόλος του ήταν μικρός ή μεγάλος, γιατί για εκείνον το ζητούμενο ήταν να υπηρετεί τη θεατρική τέχνη. Δεν ένιωθε μοναξιά. Του άρεσε να μένει στο σπίτι του, να διαβάζει βιβλία και να ακούει μουσική. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, γιατί η μεγάλη του αγάπη ήταν το θέατρο. Το αντιμετώπιζε σχεδόν σαν μοναχική αποστολή, σαν χρέος να υπηρετεί την τέχνη. Και για έναν αληθινό θεατρίνο, ίσως δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το να μένει ενεργός μέχρι το τέλος.
Μεγάλη αδυναμία είχε στον ανιψιό του και στα δύο παιδιά του, τον Δημήτρη και την Τζωρτζίνα, τους οποίους επισκεπτόταν συχνά και με ιδιαίτερη αγάπη.
Πέρα από το θέατρο, όπου εμφανιζόταν μέχρι τα τελευταία χρόνια, τον συναντούσα πολλές φορές τυχαία στο κέντρο, κοντά στην Ομόνοια, να περιμένει το τρόλεϊ. Δεν έλεγε ποτέ όχι σε μικρούς ή μεγάλους θαυμαστές που του ζητούσαν μια φωτογραφία. Θυμάμαι πως μου είχε πει «Παλαιότερα ήταν της μόδας τα αυτόγραφα και όλοι μας ζητούσαν, τώρα ζητούν να βγαίνουμε φωτογραφίες».
Έμεινε πιστός στο θέατρο μέχρι το τέλος
Οι ρόλοι του στο σανίδι ήταν αμέτρητοι και ο ίδιος έμεινε μέχρι τέλους ένας ακούραστος εργάτης της σκηνής. «Είμαι προετοιμασμένος γενικά για οποιοδήποτε ρόλο. Αυτή είναι η πεμπτουσία της θεατρικής τέχνης. Και βεβαίως, εγώ έταξα ως σκοπό της ζωής μου να υπηρετήσω το θέατρο και όχι τον εαυτό μου. Έχω φτάσει σε μία ηλικία που, ενώ έχω λίγο κουραστεί, δεν έχω βαρεθεί. Νιώθω ιδιαίτερα ευχαριστημένος, για να μην πω καμιά πιο βαριά λέξη, που μου δόθηκε η ευκαιρία από την Κωνσταντίνα Νικολαΐδη να παίξω αυτό το ρόλο (12 ένορκοι), να λάβω μέρος σε αυτήν την παράσταση και να συνεργαστώ με πολύ άξιους και πολύ νεότερους από μένα συναδέλφους. Αυτό μου δίνει μια ιδιαίτερη χαρά. Θυμάμαι κάποια χρόνια που, όταν έφτανε η ώρα της παράστασης, έβγαζα φτερά να φτάσω στο θέατρο. Το ίδιο κάνω και τώρα, μετά από εξήντα χρόνια».
Αν και συνήθιζε να λέει πως «Ο ηθοποιός είναι ένα μοιραίο επάγγελμα. Μόλις φύγει από τη σκηνή ξεχνιέται. Εκτός αν μείνει στις αναμνήσεις», το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Τρύφων Καρατζάς δεν θα ξεχαστεί. Θα μείνει χαραγμένος στη μνήμη για τους ρόλους που αγαπήθηκαν, για την αξιοπρέπειά του, για το ταλέντο, τη φινέτσα και το χαμόγελό του.
Τον αποχαιρετούμε με έναν στίχο του Κωνσταντίνου Καβάφη που αγαπούσε ιδιαίτερα: «ΚΑΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΠΑΛΙ, ΞΕΚΟΥΡΑΖΟΜΑΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΨΗ ΤΗΣ»
Δείτε το βίντεο:
Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα:
* Οι φωτογραφίες με το σήμα texnes-plus είναι από το προσωπικό αρχείο θεατρικών προγραμμάτων του Σπύρου Σιακαντάρη.
