Πέθανε 06:00 το πρωί στα 78 η όμορφη ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου

Η Χαριτίνη Καρόλου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών στις 26 Δεκεμβρίου 2023, αφήνοντας πίσω της μια ξεχωριστή διαδρομή στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Η είδηση του θανάτου της είχε γίνει γνωστή τότε μέσα από ανάρτηση του Σπύρου Μπιμπίλα.

Κομψή, εντυπωσιακή και με ιδιαίτερη σκηνική παρουσία, η Χαριτίνη Καρόλου κατάφερε να ξεχωρίσει σε απαιτητικούς ρόλους, αφήνοντας έντονο το αποτύπωμά της στις ελληνικές καλλιτεχνικές παραγωγές.

Τραβώντας τα φλας: Η Χαριτίνη Καρόλου στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1971. Η ηθοποιός υπήρξε μία από τις κομψές παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου

Η παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη

Το ευρύ κοινό γνώρισε τη Χαριτίνη Καρόλου μέσα από ορισμένες ιδιαίτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Αρκετοί, όμως, τη θυμούνται και από τη σημαντική θεατρική της πορεία, όπως και από τις εμφανίσεις της στην τηλεόραση κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η ηθοποιός είχε τη δυνατότητα να κινείται με άνεση και στους τρεις χώρους. Στο σινεμά, στη θεατρική σκηνή και στην τηλεόραση κατάφερνε να κερδίζει τις εντυπώσεις με την εμφάνιση, τη φωνή και την υποκριτική της παρουσία.

Η Χαριτίνη Καρόλου θεωρήθηκε μία από τις πιο αισθησιακές παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου, κυρίως μέσα από τις ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε από το 1967 έως το 1972.

Ακόμη και σήμερα, φίλοι του παλιού ελληνικού σινεμά τη συγκαταλέγουν ανάμεσα στις πιο ερωτικές και εντυπωσιακές ηθοποιούς της εποχής της.

Τα χαρακτηριστικά και η συνολική εμφάνισή της παρέπεμπαν περισσότερο σε Ευρωπαία ή Αμερικανίδα κινηματογραφική σταρ. Μάλιστα, είχε δεχθεί πρόταση για να επιχειρήσει καριέρα στο εξωτερικό, όμως δεν έκανε τελικά το μεγάλο βήμα.

Η ίδια είχε αφήσει να εννοηθεί σε συνεντεύξεις της ότι είτε δεν το θέλησε αρκετά είτε φοβήθηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να δοκιμάσει την τύχη της εκτός συνόρων.

Η Χαριτίνη Καρόλου στην ταινία των Στέλιου Τζάκσον-Νίκου Οικονόμου «Οι Ερασταί του Μεσαίου Τοίχου» (1967)

Οι σπουδές δίπλα στον Δημήτρη Ροντήρη

Η Χαριτίνη Καρόλου δεν στηρίχθηκε μόνο στην εντυπωσιακή εξωτερική της εμφάνιση. Διέθετε γερή θεατρική παιδεία και είχε σπουδάσει κοντά στον σπουδαίο Δημήτρη Ροντήρη, όπως και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών.

Από πολύ νεαρή ηλικία δοκιμάστηκε σε διαφορετικούς ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου, συμμετέχοντας ακόμη και σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας.

Οι εμφανίσεις της δεν περιορίστηκαν στην Ελλάδα, καθώς είχε την ευκαιρία να παίξει και στο εξωτερικό, αποκτώντας εμπειρίες που τη βοήθησαν να εξελιχθεί υποκριτικά.

Έτσι, μετά τα 25 της χρόνια, ήταν πλέον μια ολοκληρωμένη και έτοιμη ηθοποιός, ικανή να ανταποκριθεί τόσο στις απαιτήσεις του ελεύθερου θεάτρου όσο και σε εκείνες της κινηματογραφικής κάμερας.

Η πρώτη εμφάνιση και η χρονιά που ξεχώρισε

Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Χαριτίνης Καρόλου έγινε πολύ νωρίς, όταν ήταν μόλις 22 ετών και φοιτούσε ακόμη στη δραματική σχολή.

Με το όνομα Χάρις Καρόλου εμφανίστηκε στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Αδελφός Άννα», η οποία προβλήθηκε το 1963. Στην παραγωγή πρωταγωνιστούσαν, μεταξύ άλλων, ο Πέτρος Φυσσούν και η Ξένια Καλογεροπούλου.

Η χρονιά που έκανε πιο έντονη την παρουσία της στη μεγάλη οθόνη ήταν το 1967. Μέσα σε εκείνη τη χρονιά συμμετείχε σε τρεις διαφορετικές ταινίες, επιβεβαιώνοντας ότι είχε τις δυνατότητες να αναλάβει σημαντικότερους ρόλους.

Ανάμεσα σε αυτές βρισκόταν και το κλασικό κινηματογραφικό «γουέστερν» του Νίκου Φώσκολου «Οι Σφαίρες Δεν Γυρίζουν Πίσω», μία από τις γνωστότερες και πιο ξεχωριστές παραγωγές της συγκεκριμένης περιόδου.

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στους «Εραστές του Μεσαίου Τοίχου»

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές στιγμές της ήταν η πρωταγωνιστική συμμετοχή της στην παράξενη και τολμηρή για την εποχή ταινία «Οι Ερασταί του Μεσαίου Τοίχου» του 1967.

Τη σκηνοθεσία υπέγραφαν ο Στέλιος Τζάκσον και ο Νίκος Οικονόμου, οι οποίοι ήταν γνωστοί και από τις ταινίες «Τετράγωνο» και «Ο Βιασμός μιας Παρθένας».

Οι δύο σκηνοθέτες είχαν επεξεργαστεί και το σενάριο, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το βιβλίο «Ο Μεσαίος Τοίχος» του Παντελή Καλιότσου, το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 1964 από τις εκδόσεις Φέξης.

Το μυθιστόρημα είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση κατά τη δεκαετία του 1960. Είχε γίνει γνωστό σε ένα ευρύτερο κοινό, καθώς δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος», ενώ μεταδόθηκε και από το ραδιόφωνο.

Επρόκειτο για ένα κοινωνικό και φιλοσοφικό έργο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με κεντρικό πρωταγωνιστή τον ίδιο τον συγγραφέα.

Η ιστορία της γυναίκας πίσω από τον μεσαίο τοίχο

Στο βιβλίο, αλλά και στην κινηματογραφική του μεταφορά, ένα βαθιά βασανισμένο πρόσωπο προσπαθεί να νικήσει τους «εσωτερικούς δαίμονές» του.

Αναζητώντας την απομόνωση, ο συγγραφέας μετακομίζει σε μια επαρχιακή κωμόπολη που ονομάζεται Κερουμπίνο. Εκεί, όμως, έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που δεν περίμενε.

Στο διπλανό σπίτι ζει μια γυναίκα, από την οποία τον χωρίζει μόνο ένας μεσαίος τοίχος. Ο συγγραφέας, τον οποίο ενσαρκώνει στην ταινία ο Άγγελος Αντωνόπουλος, την ερωτεύεται παράφορα.

Τον ρόλο της γυναίκας υποδύεται η Χαριτίνη Καρόλου, παρουσιάζοντας μια ηρωίδα με ελεύθερη συμπεριφορά απέναντι στους άνδρες και βαθιά ανάγκη να προσφέρει αγάπη.

Η στάση της, όμως, τη μετατρέπει σταδιακά σε στόχο. Ο πρώην σύζυγός της, τον οποίο υποδύεται ο Γιάννης Κάσδαγλης, θέλει να τη σκοτώσει, όμως τελικά ο φόνος διαπράττεται από τον συγγραφέα.


Δύο εκδόσεις του μυθιστορήματος του Παντελή Καλιότσου «Ο Μεσαίος Τοίχος», η πρώτη στον Φέξη (1964) και η δεύτερη στον Κέδρο (1971)

Η τελευταία σκηνή που ανατρέπει τα πάντα

Παρότι η ταινία δημιουργήθηκε μέσα σε μια ιδιαίτερα συντηρητική εποχή, φορτωμένη με κοινωνικά ταμπού γύρω από την ερωτική συμπεριφορά της γυναίκας, η τελευταία σκηνή της αποκτά διαφορετικό και απρόσμενα προοδευτικό χαρακτήρα.

Στο φανταστικό δικαστήριο που στήνεται για τη δίκη του δολοφόνου, ακούγεται ο αόρατος εισαγγελέας να μιλά για τη Μαρία με λόγια που αναδεικνύουν την αγάπη, τη θυσία και την ανθρώπινη υπόστασή της:

«Λυτρώθηκε. Εξομολογούμαι τη συγκίνησή μου γι’ αυτόν τον άξιο άνθρωπο, τη Μαρία. Υπήρχε αγάπη μέσα της. Είναι μια παρηγοριά να διαπιστώνεις ότι τουλάχιστον η Γυναίκα διαφυλάσσει μέσα της τα στοιχεία τού Ανθρώπου. Τη φαντάζομαι τη Μαρία να γυρίζει εδώ κι εκεί μ’ ένα φορτίο στοργής και να μην βρίσκει τον άνδρα που θα δεχθεί το φορτίο της – ενώ όλοι έχουν ανάγκη απ’ αυτό το φορτίο. Ωστόσο, όμως, κάθε Μαρία με τη θυσία της γίνεται εμπόδιο της τρέλας. Σ’ αυτή τη δίκη είδα μια περιφρόνηση προς τη γυναίκα. Είτε αγαπημένη είναι είτε μητέρα».

Τα συγκεκριμένα λόγια υπάρχουν σχεδόν αυτούσια και στο βιβλίο του Παντελή Καλιότσου, στο οποίο ο συγγραφέας δίνει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη θέση της γυναίκας, στην προσφορά και στη θυσία της:

«Εξομολογούμαι τη συγκίνησή μου γι’ αυτόν τον άξιον άνθρωπο, τη Μαρία Ρεντίνα. Είναι μια παρηγοριά να διαπιστώνεις ότι τουλάχιστον η Γυναίκα διαφυλάσσει μέσα της τα στοιχεία τού Ανθρώπου, αυτά που αρχικά έβαλε μέσα μας ο Θεός. Αυτό το παρατηρώ πολύ συχνά. Σ’ αυτή τη δίκη είδα μια περιφρόνηση προς τη Γυναίκα, είτε μητέρα είναι, είτε αγαπημένη, είτε και μόνον όργανο ηδονής. Και όμως αυτή είναι που ξέρει πάντα τι θα πει Αγάπη, που μένει αναλλοίωτος Άνθρωπος. Αυτή μόνο προσφέρει και θυσιάζεται. Τη φαντάζομαι τη Μαρία να γυρίζει εδώ κι εκεί μ’ ένα φορτίο στοργής και να μη βρίσκει τον άνδρα που θα δεχθεί το φορτίο της, ενώ όλοι οι άνδρες έχουν ανάγκη απ’ αυτό το φορτίο. Ωστόσο όμως κάθε Μαρία με τη θυσία της, γίνεται εμπόδιο της τρέλας».

«Οι Ερασταί του Μεσαίου Τοίχου», ως ταινία, αποτελεί μια πολύ συμπαθητική προσπάθεια μεταφοράς ενός λογοτεχνικού έργου στην οθόνη. Μπορεί να εμφανίζει κάποια προβλήματα στον ρυθμό της, αλλά έχει, συγχρόνως, διάφορα επιμέρους θετικά στοιχεία για να προβάλλει. Και στο ιδεολογικό-κοινωνιολογικό πεδίο να το πούμε έτσι, αναφορικά με την ερωτική παρουσία της γυναίκας σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον, αλλά και σε σχέση με τη μουσική της, που ανήκει στον Σταύρο Ξαρχάκο (θαυμάσια παλαιότερα και νεότερα θέματα), και σε σχέση με τους χώρους και τα γυρίσματα (εκείνα κοντά στη θάλασσα, με τα σπίτια των ψαράδων και τις αμμοθίνες είναι έξοχα), και βεβαίως σε σχέση με τα παιξίματα των ηθοποιών – πρωτίστως δε μ’ εκείνο της Χαριτίνης Καρόλου, η οποία «γεμίζει» την οθόνη με το σώμα και το πνεύμα της.

«Αυστηρώς ακατάλληλη» για την εποχή της, η ταινία των Τζάκσον-Οικονόμου, που προβλήθηκε στις αρχές του 1968 στις αίθουσες ως «η πρώτη αληθινού ερωτισμού ελληνική ταινία», σίγουρα χτυπήθηκε από τη λογοκρισία, καθώς θα περικόβονταν πολλές σκηνές της (η ταινία από 110 λεπτά, θα κατέληγε στα 87), για να πατώσει σε εισπράξεις, και λόγω του ύφους της, αφού θα έκανε μόλις 41.958 εισιτήρια, στις αίθουσες πρώτης προβολής της Αθήνας, του Πειραιά και των περιχώρων, μένοντας στην 77η θέση, ανάμεσα στις 99 ταινίες της σεζόν 1967-68.

Και το εξής, που πρέπει να το σημειώσουμε. «Οι Ερασταί του Μεσαίου Τοίχου» θα ήταν η ταινία όπου η Χαριτίνη Καρόλου θα γνώριζε τον μετέπειτα σύζυγό της, τον παραγωγό και σκηνοθέτη Σούλη Γεωργιάδη.


 Η Χαριτίνη Καρόλου και Αλεξάνδρα Λαδικού στην ταινία «Όμορφες Μέρες» (1970) του Κώστα Ασημακόπουλου

Ένα από τα ωραιότερα ζενερίκ (τίτλοι αρχής) στον ελληνικό κινηματογράφο τής εποχής (με τα έξοχα τρυκ του Παύλου Πισσάνου και τη σέικ μουσική συνοδεία) είναι εκείνο για την ταινία «Ζαβολιές» (1969), του Τρέντυ Ρουμανά, που είχε για πρωταγωνιστές τους Άλκη Γιαννακά, Κώστα Καρρά και Κατερίνα Χέλμη – με έναν επίσης κύριο ρόλο να υπηρετεί η Χαριτίνη Καρόλου.

Ο Ρουμανάς είχε κάνει άλλη μία ταινία το 1966, την πολεμική «Επιχείρησις “Δούρειος Ίππος”», με μουσική του Μάνου Λοΐζου, στην οποίαν επίσης έπαιρνε μέρος η Χαριτίνη Καρόλου. Όμως και στις «Ζαβολιές» ο Μάνος Λοΐζος θα δήλωνε «παρών», αφού στην ταινία θα ακουγόταν το πολύ γνωστό και ωραίο τραγούδι του «Καράβια αλήτες» (σε στίχους Φώντα Λάδη), με τον Γιάννη Πουλόπουλο.

Στις «Ζαβολιές» η Χαριτίνη Καρόλου υποδύεται για πρώτη φορά μια αστή, που διοργανώνει πάρτυ, που συναναστρέφεται άτομα της «υψηλής κοινωνίας» κ.λπ., έναν ρόλο δηλαδή, που θα εμφανίσει, με τις όποιες διαφοροποιήσεις του, και σε άλλες ταινίες στη συνέχεια.

Μια επόμενη ταινία, που έχει δεινοπαθήσει από τις περικοπές, καθώς υπάρχει διαθέσιμη μόνο σε μια κόπια των 67 λεπτών(!) είναι και «Η Ανταρσία των 10» (1970) του Ερρίκου Ανδρέου, με μουσική και πάλι του Σταύρου Ξαρχάκου. Σ’ αυτήν η Χαριτίνη Καρόλου θα υποδυόταν τη σύζυγο τού καπετάνιου ενός ποντοπόρου καραβιού, ο οποίος θα πέθαινε εν πλω – με το πλήρωμα να στασιάζει κατά του υπάρχου (Άγγελος Αντωνόπουλος), που θα αναλάμβανε εν τω μεταξύ τη διοίκηση. Η παρουσία τής χήρας στο πλοίο θα αναστατώσει το πλήρωμα, με την Χαριτίνη Καρόλου να περιφέρεται σαν τη μύγα μεσ’ στο γάλα, μέσα σ’ αυτόν τον απομονωμένο και ανδροκρατούμενο χώρο.


Το σάουντρακ της ταινίας «Αεροσυνοδός» (1971) του Σούλη Γεωργιάδη, με την Χαριτίνη Καρόλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο και με τις μουσικές του Γιώργου Θεοδοσιάδη [Potfleur, 2003]


 Χαριτίνη Καρόλου, Χρήστος Νομικός και Καίτη Ιμπροχώρη στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Οι Αμαρτωλοί» (1971)

Στις «Όμορφες Μέρες» (1970) του Κώστα Ασημακόπουλου, με τις ωραίες μουσικές και τα τραγούδια του Γιάννη Σπανού, η Χαριτίνη Καρόλου θα υποδυόταν τη γραμματέα και φίλη τής πλούσιας αλλά ασθενούς Αλεξάνδρας Λαδικού, που φθάνει στην Πάτμο, προκειμένου να περάσει ήσυχα την τελευταία φάση της ζωής της – εκεί όπου θα την επισκεπτόταν και η Καρόλου, για να της συμπαρασταθεί. Ο ρόλος τής καλής ηθοποιού δίνει τη δική του διάσταση στο σενάριο και βεβαίως στην εξέλιξη της ιστορίας.

Στην ταινία «Αεροσυνοδός» (1971) του Σούλη Γεωργιάδη, με την έξοχη euro-lounge μουσική του Γιώργου Θεοδοσιάδη, η Χαριτίνη Καρόλου θα υποδυόταν μία φινετσάτη αεροσυνοδό της Ολυμπιακής, η οποία γνωρίζει στη Ρώμη και ερωτεύεται έναν έλληνα… εφοπλιστή (Φαίδων Γεωργίτσης). Μόνο που κανείς από τους δύο ερωτευμένους δεν αποκαλύπτει από την αρχή την πραγματική του ταυτότητα, στοιχείο που, ωστόσο, δεν θα αποτελέσει εμπόδιο στην ευτυχία τους. Και σ’ αυτή την… αεράτη κομεντί έχουμε έναν ρόλο, που ταιριάζει «γάντι» στην όμορφη ηθοποιό.


Η Χαριτίνη Καρόλου εξώφυλλο στο περιοδικό «Ραδιοτηλεόρασις» [τεύχος #169, 6-12 Μαΐου 1973], όταν πρωταγωνιστούσε στα σίριαλ «Κεκλεισμένων των Θυρών» και «Μαρίνα Αυγέρη»

Με το στυλ και την κλάση, που τροφοδοτούνταν από το ταλέντο, την κατατομή, και το παράστημά της, η Χαριτίνη Καρόλου εμφανίζεται σε θέση ουσιαστική στον πιο γνωστό ίσως ρόλο τής κινηματογραφικής διαδρομής της – ως Μάρθα Νίκογλου στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Οι Αμαρτωλοί» (1971), που είχε για πρωταγωνιστές την Μπέττυ Λιβανού και τον Χρήστο Νομικό.

Ο ρόλος της, εκείνος της επηρμένης αστής, που θέλει, και ξέρει, να επιλέγει και όχι να επιλέγεται είναι κεντημένος (από την ίδια) με μεγάλη μαεστρία, βγάζοντας τη σιγουριά και την αυθάδεια που απαιτείται – ασχέτως του σεναριακού χειρισμού στο τέλος. Το δε ερωτικό τρίο, που κινηματογραφεί ο Δαλιανίδης, με Χαριτίνη Καρόλου, Χρήστο Νομικό και Καίτη Ιμπροχώρη δείχνει, ανάμεσα σε άλλα, και τα όρια του μέινστριμ κινηματογράφου της εποχής, που προσπαθούσε να βρει τα πατήματά του, ενόσω κάλπαζε ξοπίσω του η τηλεόραση.


 «Η Ανταρσία των 10» (1970) του Ερρίκου Ανδρέου και «Το Κρυφό Σπίτι της Αγγέλας» (1972) του Τζαν Κρίστιαν


 Οι Χαριτίνη Καρόλου και Πέτρος Κυρίμης στην ταινία «Το Κρυφό Σπίτι της Αγγέλας» (1972) του Τζαν Κρίστιαν

Στην οποία τηλεόραση, την ίδια εποχή, η Χαριτίνη Καρόλου θα πρωταγωνιστούσε σε απανωτές εκπομπές, που θα γνώριζαν επίσης μεγάλη επιτυχία, όπως το δικαστικό σίριαλ του Θάνου Σαντά «Κεκλεισμένων των Θυρών» (1972-75) και το δραματικό «Μαρίνα Αυγέρη» (1973), δίπλα στην Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Από ’κει και το εξώφυλλό της στο περιοδικό «Ραδιοτηλεόρασις» (τεύχος #169, 6-12 Μαΐου 1973).

Μία άλλη ταινία, με πρωταγωνίστρια την Χαριτίνη Καρόλου, που έχει «γράψει» πολύ στη μνήμη των παλαιοτέρων, όλων εκείνων που είχαν προλάβει να τη δουν στις αίθουσες, σε πρώτο χρόνο, είναι η περιώνυμη «Το Κρυφό Σπίτι της Αγγέλας» (1972) του Ελληνοαμερικανού Τζαν Κρίστιαν.

Σπίτι, όπως λέμε «σπίτι», μια πολυτελής κατοικία δηλαδή, στην οποία κατέφευγαν, για να βρουν ερωτική συντροφιά, διάφοροι προύχοντες και υψηλά ιστάμενοι της κοινωνίας, που θα «εξυπηρετούνταν» από την Αγγέλα (Χαριτίνη Καρόλου) – μια σκληρή προαγωγό, η οποία, κινούμενη ανάμεσα στον υπόκοσμο και την μπουρζουαζία, εκμεταλλευόταν και εκβίαζε ακόμη και ανήλικες.

Η ταινία έχει ενδιαφέρον από πολλές πλευρές – ακόμη και από το flower-power τραγούδι «Είμαστε εμείς» των Blue Birds, που ακούγεται στους τίτλους αρχής και που προσδιορίζει, κατά μίαν έννοια, και τη νεανική διάσταση του σεναρίου. «Τα παιδιά που ’χουν μαλλιά μακριά και σακάκια και φλόγα στην καρδιά», όπως ακούμε στο τραγούδι, είναι τα παιδιά της ταινίας (υποδύονται η Καίτη Γρηγοράτου και ο Πέτρος Κυρίμης), που θα παρασύρουν όμως με το αυτοκίνητό τους έναν άνθρωπο, εγκαταλείποντάς τον, πριν βρεθούν μπλεγμένα σε μια υπόθεση εκβιασμού και μαστροπείας.


«Το Κρυφό Σπίτι της Αγγέλας» (1972) του Τζαν Κρίστιαν από διαφημιστική καταχώρηση της εποχής

Το σκηνικό που στήνει η Αγγέλα είναι διεφθαρμένο εις διπλούν, αφού δεν λειτουργεί μόνον ως προαγωγός, μα και ως εκβιάστρια, καθώς ο συνεργάτης της (υποδύεται ο Μιχάλης Μαραγκάκης) φωτογραφίζει κρυφά μέσα στο «σπίτι» τις περιπτύξεις των μεσόκοπων, ζητώντας τους λεφτά στη συνέχεια, ίνα παραδώσει φωτογραφίες και φιλμ, ώστε να γλιτώσουν τη διαπόμπευση. «Αυτό είναι εκβιασμός» θα του πει, σε κάποια φάση, ένας μεγαλογιατρός, για να του απαντήσει ο Μαραγκάκης, στην ωραιότερη ατάκα της ταινίας, «ε, δεν μπορούμε να κάνουμε όλοι εγχειρήσεις»…

Η Χαριτίνη Καρόλου χειρίζεται εντελώς πειστικά και αφοπλιστικά έναν πολύ τολμηρό και τελείως κόντρα ρόλο, πείθοντας ασυζητητί πως ήταν γραμμένος για ’κείνην.

Λίγο πριν και κατά την διάρκεια των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκεται στο ναδίρ, με την τηλεόραση και το θέατρο να απορροφούν τις δραστηριότητες των ηθοποιών. Έτσι η Χαριτίνη Καρόλου θα εμφανιζόταν σε επεισόδια της σειράς «Αληθινές Ιστορίες», που θα άρχιζε να προβάλλεται στο ΕΙΡΤ την άνοιξη του ’74, επιπλέον στο σίριαλ «Μενεξεδένια Πολιτεία» (ΕΙΡΤ, 1975) σε σκηνοθεσία Κώστα Φέρρη (από το μυθιστόρημα του Άγγελου Τερζάκη) και ακόμη στη «Λέσχη Μυστηρίου» (ΕΡΤ, 1976-77) σε σκηνοθεσία Σούλη Γεωργιάδη, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Γιώργος Σίσκος (ως αστυνόμος Λέκκας). Η Χαριτίνη Καρόλου βασικά παρουσίαζε την εκπομπή, που θα ξεκινούσε να προβάλλεται τον Ιανουάριο του ’76, ημέρα Κυριακή στις 2:30 το μεσημέρι, ενώ θα πρωταγωνιστούσε κιόλας σε κάποια επεισόδια. Τέλος, μια ανάλογη σειρά αστυνομικής φύσεως, σε σενάριo του Γιάννη Μαρή, ήταν και οι «Υποψίες» (ΕΡΤ, 1977), με το δίδυμο Γιώργος Σίσκος-Χαριτίνη Καρόλου και πάλι να κυριαρχεί.

Φυσικά, στο θέατρο η διαδρομή της Χαριτίνης Καρόλου ήταν μεγαλύτερη εκείνων του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, καθώς η άξια ηθοποιός θα εμφανιζόταν στη σκηνή από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 έως και εσχάτως (αν και με κάποιο μεγάλο κενό στην τελευταία φάση της).

Την κωμωδία «Από την Αθήνα με Αγάπη» (1972) των Ασημάκη Γιαλαμά-Κώστα Πρετεντέρη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαλαβέτα, που θα ανέβαινε στο Θέατρον Ρουαγιάλ, από τον θίασο Γιάννη Γκιωνάκη-Νίκου Ρίζου-Γιάννη Μιχαλόπουλου-Καίτης Παπανίκα-Γιώργου Μούτσιου.

Τη ρομαντική, δραματική κομεντί «Η Θεατρίνα» (1972-1973) του W. Somerset Maugham, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπαμιχαήλ και μετάφραση Μάριου Πλωρίτη, που θα ανέβαινε από το θίασο Αλίκης Βουγιουκλάκη-Δημήτρη Παπαμιχαήλ στο Θέατρον Αλίκη. Αλίκη Βουγιουκλάκη και Χαριτίνη Καρόλου θα συμπρωταγωνιστούσαν και στην κινηματογραφική διασκευή τού έργου τού Σόμερσετ Μομ, ως «Πονηρό Θηλυκό… Κατεργάρα Γυναίκα!» (1980), σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη – μια ταινία που θα σηματοδοτούσε την επανεμφάνιση της Αλίκης στην οθόνη, μετά από επτά χρόνια, και που θα αποτελούσε ταυτόχρονα και μια μεγάλη προσωπική επιτυχία για την Χαριτίνη Καρόλου στο ρόλο της Μόνικας (του αντίπαλου δέους της Αλίκης στην ταινία).

Η Χαριτίνη Καρόλου θα εμφανιζόταν επίσης στην κωμωδία «Ο Αφελής» (1973) του Δημήτρη Ψαθά, που θα ανέβαινε στο Θέατρον Απόλλων από τον θίασο Γιάννη Γκιωνάκη, όπως και στο κοινωνικό-φεμινιστικό «Ανάλαφρες τον Αύγουστο» (1976-77) της Denise Bonal, σε σκηνοθεσία Κωστή Τσώνου και μουσική Μίμη Πλέσσα, στο Θέατρο Όρβο, ως μέλος του θιάσου Άννας Φόνσου-Ελένης Ερήμου-Έλενας Ναθαναήλ-Χαριτίνης Καρόλου. Επτά νεαρές έγκυες σκέπτονται γύρω από το μελλοντικό παιδί τους. Να το «κρατήσουν», να κάνουν έκτρωση ή να το «πουλήσουν» σ’ ένα άτεκνο ζευγάρι… Τι θα πει ο κόσμος; Ένα έργο που σόκαρε στην εποχή του.

Θα ακολουθούσαν πολλές ακόμη κομεντί και κωμωδίες, με την Χαριτίνη Καρόλου πάντα σε πρώτους ρόλους, όπως η «Μια Όμορφη Κυριακή του Σεπτέμβρη» του Ugo Betti, που θα ανέβαινε τηλεοπτικά, στην ΕΡΤ, στο «Θέατρο της Δευτέρας», «Οι Ερωτιάρηδες» (1980) του Βασίλη Παπαδόπουλου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Νικολαΐδη, στο Θέατρο Μετροπόλιταν, με τον θίασο Νίκου Ρίζου-Βάσου Αδριανού-Χαριτίνης Καρόλου, η «Πέπσι» (1984) της Pierrette Bruno σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη και μουσική Μίμη Πλέσσα, στο Θέατρο Μινώα, με τον θίασο Ζωής Λάσκαρη (επρόκειτο για το έργο που είχε ανεβάσει και η Έλλη Λαμπέτη, τη σεζόν 1966-67), το «Μη Λες Ψέμματα» (1984-85) του Félicien Marceau, σε σκηνοθεσία Ντίνου Ηλιόπουλου, στο θέατρο της Οδού Φιλελλήνων κ.ά.

Η τελευταία εμφάνιση της Χαριτίνης Καρόλου, στη σκηνή, θα συνέβαινε στο κλασικό πλέον έργο του Jean Genet «Το Μπαλκόνι», σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού, που θα ξεκινούσε τον προηγούμενο Μάρτιο (2023), στο Studio Κυψέλης.

Exit mobile version