Η κόρη του 89χρονου πιστολέρο αποκαλύπτει: «Χαλούσε λέφτά σε μάγια στην Ινδία. Έλεγε πως τον έδερναν οι δαιμόνες τα βράδια»

Σοκάρει η μαρτυρία της κόρης του 89χρονου, που περιγράφει έναν άνθρωπο βυθισμένο σε εμμονές, φόβους και απειλές εδώ και χρόνια.

Οι αποκαλύψεις που έκανε στο Live News του MEGA Channel προκαλούν έντονο προβληματισμό, καθώς σκιαγραφούν μια κατάσταση που –όπως λέει– εξελισσόταν για πάνω από μία δεκαετία.

Χρόνια απειλών και καταγγελιών

Η κόρη του 89χρονου περιγράφει έναν άνθρωπο που είχε ως βασική του ενασχόληση την αποστολή επιστολών και καταγγελιών, συνοδευόμενων από απειλές.

«Κάποια στιγμή είχε έρθει να μου πει ότι έστελνε γράμματα στον Άρειο Πάγο και στο δικαστήριο της Χάγης ότι του χρωστάνε τα λεφτά, ότι θα πάρει καραμπίνα, ότι θα πάει να τους σκοτώσει. Μου το έλεγε, αλλά εμένα δεν το χώραγε ο νους μου. Και φυσικά πάντα του έλεγα ‘μην μου λες βλακείες. Αυτά τα πράγματα που λες είναι τρελά».

Η ίδια αναφέρει πως τέτοιες δηλώσεις επαναλαμβάνονταν για χρόνια, χωρίς όμως να πιστεύει ότι θα γίνουν πράξη.

«Αυτό ήταν η μόνη του δουλειά»

Η περιγραφή της συνεχίζεται με έντονες αναφορές στη συμπεριφορά του πατέρα της, τονίζοντας ότι η καθημερινότητά του περιστρεφόταν γύρω από τις καταγγελίες και τις απειλές.

«Ξέρω ότι τον είχαν πιάσει με την καραμπίνα. Τώρα φυλακή τον είχανε βάλει; Στο ψυχιατρείο τον είχανε βάλει; Δεν ξέρω. Έστελνε απειλητικά γράμματα στον Άρειο Πάγο και στη Χάγη. Τρωγόταν. Αυτό ήταν η μόνη του ‘δουλειά’, υποτίθεται. Συνέχεια δηλαδή αυτό. Να στέλνει τα γράμματα και να απειλεί ότι έχει καραμπίνα και ότι άμα δεν του δώσουν τη σύνταξη θα πάει να τους σκοτώσει», σημειώνει.

Παράλληλα, τον περιγράφει ως έναν ιδιαίτερα ευφυή άνθρωπο, αλλά με έντονο ταμπεραμέντο που επηρέασε την πορεία του.

Χρήματα σε «μάγια» και ταξίδια στην Ινδία

Η κόρη του 89χρονου αποκαλύπτει και την ενασχόλησή του με πρακτικές που, όπως λέει, του κόστισαν σημαντικά ποσά.

«Δούλευε σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχναν βίδες, αλλά άλλαζε δουλειά συνέχεια από ό,τι μου είχε πει κάποια στιγμή στο παρελθόν. Τσακωνόταν, έφευγε, δεν πήγαινε αλλού σε άλλη δουλειά και κάποια στιγμή είχε ανοίξει δικό του εργαστήριο, το οποίο δεν πήγε καλά και το είχε κλείσει λίγο πριν βγει στη σύνταξη. Χαλούσε πολλά λεφτά σε υποτιθέμενα μαγικά. Είχε πάει Ινδία να κάνει αυτά τα πράγματα. Είχε κάποια εκεί στην Αθήνα που της έδινε καλά λεφτά για να κάνει υποτίθεται μάγια. Οπότε ξέρω ότι έχει χαλάσει πάρα πολλά λεφτά σε αυτά τα πράγματα».

Παρά τα όσα άκουγε, παραδέχεται ότι δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα περνούσε στην πράξη.

«Δεν μπορούσα να το πάρω στα σοβαρά»

Η ίδια εξηγεί γιατί δεν είχε αντιληφθεί την επικινδυνότητα της κατάστασης.

«Δεν μπορούσα να το πάρω και 100% σοβαρά γιατί αυτή η υπόθεση με τα ότι ‘έχω καραμπίνα και ότι τους έχω κάνει μήνυση και ότι τα έχω πάει μέχρι το δικαστήριο της Χάγης’, γιατί είχε πάει στο δικαστήριο της Χάγης και είχε χαλάσει και πολλά λεφτά, οπότε φαντάζομαι ότι όντως πρέπει να είχε βάλει κάποιον δικηγόρο. Ισχύει, αυτό το ακούω τώρα 10 χρόνια, ίσως και παραπάνω. 10, 12 χρόνια, οπότε λες εντάξει, δεν είναι, δηλαδή δεν παίρνεις σοβαρά».

Μια σχέση που δεν υπήρξε ποτέ

Ιδιαίτερο βάρος έχουν και όσα λέει για τη σχέση τους, την οποία χαρακτηρίζει ουσιαστικά ανύπαρκτη από την παιδική της ηλικία.

«Οι σχέσεις μας δεν ήταν καλές, από παιδί που ήμουν δεν ήταν καλές. Από μωρό με είχαν αφήσει στο χωριό, στους γονείς της μητέρας μου και στην αδερφή της μητέρας μου. Αυτοί με μεγάλωσαν. Και επειδή είχα μεγαλώσει εκεί, στο μυαλό του ήταν ότι εμένα μου είχαν κάνει μάγια να τους αγαπάω αυτούς περισσότερο από ό,τι αγαπάω αυτόν. Όταν ήμασταν εγώ κι αυτός με τσακωνότανε συνέχεια, ότι μου έχουν κάνει μάγια, ότι τους κάνει μάγια πίσω για να φύγω εγώ από αυτούς. Κάτι τρελά πράγματα δηλαδή, που δεν τα χωράει ο νους κανενός ανθρώπου με σώας τας φρένας.

»Δεν χώραγε ο νους του το γεγονός ότι με πήραν, με αγάπησαν, με μεγάλωσαν χωρίς να έχουν κανένα αυτό. Εγγόνι τους ήμουν. Δεν είναι ότι ήταν υποχρεωμένοι να μεγαλώσουν. Δεν χώραγε ο νους του ότι αυτός μπορεί να είναι ο λόγος που εγώ τους αγαπάω. Ήταν ότι μου είχαν κάνει μάγια να τους αγαπάω και να μην θέλω αυτόν. Για μένα ήταν ένας ξένος και κάθε φορά που με έπαιρνε να πάμε βόλτα, δεν ήταν ότι μου έδειχνε αγάπη, να πω ότι εντάξει ο πατέρας μου».

«Έλεγε ότι τον δέρνουν δαίμονες»

Η ίδια αποκαλύπτει και περιστατικά που, όπως λέει, έδειχναν ότι χρειαζόταν ιατρική βοήθεια.

«Εμένα προσωπικά, μου είχε πει ότι τον κυνηγάνε δαίμονες, ότι πάνε τη νύχτα και τον ξυπνάνε και τον χτυπάνε και τον δένουν κάτω και δεν μπορεί να κουνηθεί. Του έλεγα συνέχεια ότι πρέπει να πάει σε έναν γιατρό, να κοιτάξει να δει τι μπορεί να κάνει για αυτό. Ότι υπάρχουν φάρμακα που μπορούν να τον βοηθήσουν. Και μου έλεγε ότι εγώ είμαι τρελή, ότι δεν είναι τρελός. Όταν εγώ είχα έρθει Ελλάδα το 2022, που είχα πάει και είχα βρει τη θεία μου, την αδερφή του και την ανιψιά του, που υποτίθεται τον προσέχανε, της το είχα πει της θείας μου ότι ‘ξέρεις κάτι θεία, έχει πρόβλημα, πρέπει να τον βοηθήσετε. Εμένα δεν με ακούει, δεν μου μιλάει. Στην κόρη του δεν μιλάει’. Λέω ‘πείτε του, πείστε τον να πάει σε έναν γιατρό. Πηγαίνετε τον εσείς σε έναν γιατρό’».

«Μακάρι να μπορούσα να το είχα σταματήσει»

Κλείνοντας, εκφράζει τη θλίψη της για όσα συνέβησαν, αλλά και την αίσθηση ότι ίσως θα μπορούσε να είχε υπάρξει διαφορετική κατάληξη.

«Δεν λες κάτι τέτοιο για αστείο, να πάρω ένα πιστόλι να πάω να πυροβολήσω κόσμο γιατί μου χρωστάει 100 ευρώ. Και μου λέει ‘όχι’, μου λέει ‘ο πατέρας σου δεν έχει κανένα πρόβλημα, όλοι οι υπόλοιποι του φέρονται έτσι και…’ κάτι τέτοια τρελά. Και της λέω ‘θεία σε παρακαλώ πάρα πολύ, δεν είναι αυτά που λες. Δηλαδή για δαιμόνιους και διαβόλους που τον χτυπάνε τη νύχτα, αλλά δεν είναι… αυτά τα πράγματα δεν είναι φυσιολογικά. Λοιπόν, εμένα λέω ό,τι και να του πω δεν μ’ ακούει, με βρίζει, με κάνει. Εσάς λέω που σας ακούει, να του πείτε να πάει σε έναν γιατρό έστω, δηλαδή κάτι να κάνετε από την πλευρά σας αφού ενδιαφέρεστε. Η κατάληξη ήταν μετά από 2 μέρες να γυρίσει να μου πει ότι εγώ δεν είμαι παιδί του και ότι εγώ δεν θέλω το καλό του και να τον αφήσω ήσυχο. Και μου έκοψε και την καλημέρα μετά από εκεί».

«Μετά από μερικές μέρες που πήγα να κάνω κάτι συμβολαιογραφικά, να τακτοποιήσω κάποια χαρτιά που χρειαζόμουν, έμαθα ότι έχει γράψει και την περιουσία όλη στην αδερφή του και στην ανιψιά του. Πολύ λυπάμαι για αυτό που έγινε. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο, χρόνια πριν να το σταματήσω. Δηλαδή δεν το χωράει ο νους μου. Είναι πολύ τρελό αυτό. Γιατί δεν χρώσταγε ο άνθρωπος να πάει στη δουλειά του και να καταλήξει στο νοσοκομείο χωρίς λόγο για 100 ευρώ», καταλήγει.

Exit mobile version