«Καμπανάκι» για την Ελλάδα από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων, καθώς ακόμη και μια απλή τροφική δηλητηρίαση μπορεί πλέον να εξελιχθεί σε απειλητική για τη ζωή κατάσταση λόγω της αντοχής στα αντιβιοτικά.
Τα μέτρα που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια για την αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής δεν φαίνεται να φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όπως επισημαίνει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), η αποτελεσματικότητα βασικών αντιβιοτικών συνεχίζει να δοκιμάζεται, με την Ελλάδα να εμφανίζει στασιμότητα εκεί όπου άλλες ευρωπαϊκές χώρες προχωρούν μπροστά.
Η νέα «Ευρωπαϊκή Συνοπτική Έκθεση για την Αντιμικροβιακή Αντοχή 2023 – 2024», που δημοσιεύτηκε από το ECDC και την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), επαναφέρει στο προσκήνιο μια σκληρή αλήθεια: τα «όπλα» της ιατρικής απέναντι σε κοινά βακτήρια εξασθενούν με ανησυχητικό ρυθμό.
Η χώρα μας παραμένει στις «κόκκινες» περιοχές της Ευρώπης, καθώς η αντοχή μικροβίων σε βασικά αντιβιοτικά έχει φτάσει σε επίπεδα που καθιστούν ορισμένες θεραπείες σχεδόν αναποτελεσματικές.
Σοβαρές τροφικές δηλητηριάσεις χωρίς αξιόπιστη θεραπεία
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η σιπροφλοξασίνη, ένα αντιβιοτικό που για δεκαετίες αποτελούσε βασική επιλογή για τη θεραπεία σοβαρών τροφικών δηλητηριάσεων, φαίνεται πλέον να έχει «αχρηστευτεί» σε μεγάλο βαθμό.
Στην Ελλάδα η εικόνα χαρακτηρίζεται κρίσιμη, καθώς πολλά βακτήρια έχουν αναπτύξει μηχανισμούς άμυνας που τα καθιστούν ανθεκτικά.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η κατάσταση για τα βασικά παθογόνα διαμορφώνεται ως εξής:
- Η αντοχή του Campylobacter (καμπυλοβακτηρίδιο) στη σιπροφλοξασίνη χαρακτηρίζεται ως «εξαιρετικά υψηλή», ξεπερνώντας συχνά το 90% στα δείγματα από ανθρώπους. Αν κάποιος νοσήσει σοβαρά από αυτό το βακτήριο, το οποίο μεταδίδεται κυρίως μέσω μολυσμένων τροφίμων (ιδίως ωμό ή ανεπαρκώς ψημένο κοτόπουλο), μη παστεριωμένου γάλακτος και μολυσμένου νερού, το συγκεκριμένο φάρμακο έχει ελάχιστες πιθανότητες να αποδώσει.
- Πρωτιά στην αντοχή στις μακρολίδες: Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό αντοχής στην ερυθρομυκίνη για το στέλεχος C. coli σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα ποσοστά να κινούνται σταθερά κοντά στο 38,5%. Σε περιπτώσεις σοβαρής γαστρεντερίτιδας τροφιμογενούς προέλευσης, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες, οι θεραπευτικές επιλογές περιορίζονται σημαντικά.
- Άνοδος στη σαλμονέλα: Για τη Salmonella Enteritidis, που συνδέεται με την κατανάλωση πουλερικών και αυγών, η Ελλάδα εμφανίζει στατιστικά σημαντική αύξηση της ανθεκτικότητας μέσα στην τελευταία δεκαετία.
- Η απειλή των «υπερμικροβίων»: Η έκθεση κατατάσσει τη χώρα μας ανάμεσα στις οκτώ της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου εντοπίστηκαν στελέχη E. coli ανθεκτικά στις καρβαπενέμες, τα αντιβιοτικά «τελευταίας γραμμής άμυνας», σε ζώα παραγωγής τροφίμων και κρέατος.
Τι προειδοποιεί το ECDC για την απειλή
Η έκθεση δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας για τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στα επιστημονικά συμπεράσματα:
«Η μικροβιακή αντοχή (AMR) σε κοινά τροφιμογενή βακτήρια όπως η Salmonella και το Campylobacter συνεχίζει να αποτελεί πρόβλημα δημόσιας υγείας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η αντοχή στη σιπροφλοξασίνη είναι πλέον τόσο διαδεδομένη που αυτό το αντιμικροβιακό δεν μπορεί πλέον να θεωρείται βιώσιμη επιλογή για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων από Campylobacter στον άνθρωπο. Η εμφάνιση αντοχής σε αντιβιοτικά τελευταίας γραμμής, όπως οι καρβαπενέμες, σε βακτήρια που προέρχονται από ζώα, αποτελεί κόκκινο συναγερμό που απαιτεί άμεση και συντονισμένη δράση σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας τροφίμων»
Η Ελλάδα μένει πίσω στη μάχη
Ενώ χώρες της Βόρειας Ευρώπης καταγράφουν ουσιαστική πρόοδο στη μείωση της χρήσης αντιβιοτικών στα ζώα, η Ελλάδα φαίνεται να έχει «κολλήσει».
Η ανθεκτικότητα δεν υποχωρεί, αλλά παραμένει σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό δείχνει πως τα μέτρα που εφαρμόστηκαν έως τώρα στην κτηνοτροφία και στην ιατρική πρακτική δεν επαρκούν για να αναστρέψουν την πορεία.
Τα πρόσφατα δεδομένα βοηθούν να εξηγηθούν και τα ανησυχητικά συμπεράσματα μελέτης του Οκτωβρίου 2025 σχετικά με τη σοβαρότητα των λοιμώξεων στη χώρα μας.
Η αυξημένη αντοχή σε αντιβιοτικά πρώτης γραμμής έχει άμεσο αντίκτυπο στο σύστημα υγείας, καθώς οι γιατροί αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερα περιστατικά που δεν ανταποκρίνονται στις καθιερωμένες θεραπείες.
Η αδυναμία έγκαιρης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης συνδέεται με το γεγονός ότι 8 στους 10 ασθενείς (80,1%) με σαλμονέλωση στην Ελλάδα χρειάζονται νοσηλεία, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παραμένει κοντά στο 40%.
Πηγή: Iatropedia.gr
