Οι πρόσφατες δηλώσεις Ευρωπαίων στρατηγών περί πιθανότητας πολέμου έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία. Η συζήτηση για την «πολεμική ετοιμότητα» δεν αφορά πλέον μόνο τους στρατιώτες, αλλά και τους απλούς πολίτες, καθώς οι κυβερνήσεις φαίνεται να προσανατολίζονται σε νέες μορφές θητείας, εφεδρειών και κοινωνικής προετοιμασίας.
Η φράση που σόκαρε τους Γάλλους
«Πρέπει να αποδεχτούμε ότι θα χάσουμε τα παιδιά μας». Η φράση του στρατηγού Φαμπιέν Μαντόν, επικεφαλής των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων, ήχησε τον Νοέμβριο σαν κεραυνός στη Γαλλία. Όπως προειδοποίησε, η πιθανότητα σύγκρουσης με τη Ρωσία μέχρι το 2030 δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Ολόκληρη η κοινωνία, όχι μόνο οι στρατιωτικοί, πρέπει να είναι έτοιμη για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης κρίσης.
Δεν πρόκειται για μεμονωμένη φωνή. Οι προειδοποιήσεις πληθαίνουν. Η επικεφαλής των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, Μπλεϊζ Μετρέγουελι, περιέγραψε την Ευρώπη ως έναν χώρο «ανάμεσα στην ειρήνη και τον πόλεμο».
Στις χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία – όπως οι Βαλτικές, η Πολωνία και οι σκανδιναβικές – η έννοια της πολεμικής ετοιμότητας είναι σχεδόν αυτονόητη. Αντιθέτως, στις μεγάλες πρωτεύουσες της Δυτικής Ευρώπης, η απειλή μοιάζει ακόμη μακρινή, περισσότερο σαν μια εικόνα από την τηλεόραση, όσο κι αν οι στρατηγοί προσπαθούν να προειδοποιήσουν, όπως αναφέρει και ο Economist.
Από τις δηλώσεις στην πολιτική δράση
Το κλίμα αλλάζει και στα υψηλότερα πολιτικά κλιμάκια. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, προειδοποίησε στις 11 Δεκεμβρίου πως «πρέπει να είμαστε έτοιμοι για έναν πόλεμο στην κλίμακα εκείνων που έζησαν οι παππούδες και οι προπαππούδες μας».
Λίγες μέρες αργότερα, ο αρχηγός των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, αρχιπτέραρχος σερ Ρίτσαρντ Νάιτον, υπογράμμισε ότι η ασφάλεια «δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των ενόπλων δυνάμεων».
Σε κάποιες χώρες, η αντιπολίτευση κάνει λόγο για κινδυνολογία. Ο Φαμπιέν Ρουσέλ, ηγέτης του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποκάλεσε την ομιλία του Μαντόν «απαράδεκτη πολεμοκαπηλεία». Ωστόσο, οι κυβερνήσεις φαίνεται πως κινούνται σταδιακά προς δύο κατευθύνσεις: στρατιωτική υπηρεσία με νέα μορφή και εκπαίδευση των πολιτών για έκτακτες συνθήκες.
Η Ευρώπη προετοιμάζει τις ένοπλες δυνάμεις
Στη Γερμανία, εγκρίθηκε νέο σύστημα στρατολόγησης: από το 2026, όλοι οι 18χρονοι θα λαμβάνουν ερωτηματολόγιο για το αν είναι διατεθειμένοι να υπηρετήσουν. Από το 2027, θα υποβάλλονται και σε ιατρική εξέταση. Έτσι δημιουργείται μια βάση δεδομένων, που θα δείχνει ποιοι μπορούν να κινητοποιηθούν, στο πλαίσιο της έννοιας «ετοιμότητα για πόλεμο» (Kriegstüchtigkeit), όπως την έχει περιγράψει ο υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους.
Η Γαλλία, από την πλευρά της, ανακοίνωσε νέο πρόγραμμα εθελοντικής, αμειβόμενης, 10μηνης στρατιωτικής υπηρεσίας για νέους 18–25 ετών, που θα ξεκινήσει το 2026. Η υποχρεωτική θητεία είχε καταργηθεί το 1997.
Στην Πολωνία, ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ εξετάζει την καθιέρωση στρατιωτικής εκπαίδευσης για όλους τους ενήλικες άνδρες, χωρίς όμως προς το παρόν συγκεκριμένες προτάσεις.
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: ενίσχυση των εφεδρειών και αποστολή ενός σήματος προς κάθε πιθανό αντίπαλο ότι οι κοινωνίες μπορούν να αντέξουν πίεση και να ανταποκριθούν.
Το παράδειγμα των σκανδιναβικών χωρών
Η Γαλλία και η Γερμανία φαίνεται να εμπνέονται από τα σκανδιναβικά κράτη. Η Φινλανδία και η Νορβηγία διατηρούν για δεκαετίες υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Στη Φινλανδία, όλοι οι άνδρες καλούνται στα 18 και θεωρείται αυτονόητο ότι θα συμβάλουν στην εθνική άμυνα.
Η Γερμανία δανείζεται στοιχεία και από τη Σουηδία: το 2018, η Στοκχόλμη καθιέρωσε σύστημα όπου όλοι οι 18χρονοι, άνδρες και γυναίκες, εγγράφονται υποχρεωτικά. Ο στρατός επιλέγει από αυτούς ένα μικρό ποσοστό για 11μηνη θητεία.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Γερμανία, για να πετύχει τους στόχους της, ίσως χρειαστεί να επιστρέψει σε υποχρεωτική θητεία. Παρόλα αυτά, το ευρωπαϊκό τοπίο παραμένει ανομοιογενές.
Αδυναμία σε Ιταλία και Ισπανία
Η Ιταλία κατάργησε τη θητεία το 2005. Ο υπουργός Άμυνας, Γκουίντο Κροζέτο, σχεδιάζει να παρουσιάσει νομοσχέδιο για εθελοντική εφεδρεία το 2026, ώστε να καλυφθούν τα κενά προσωπικού – που εκτιμώνται σε 30.000 με 40.000 άτομα – αλλά το σχέδιο παραμένει γενικόλογο.
Στην Ισπανία, οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται, αλλά το σχέδιο προβλέπει μόνο αύξηση κατά 7.000 άτομα έως το 2029, χωρίς να συζητείται υποχρεωτική στράτευση. Ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου υπάρχει σχεδιασμός για επανεξοπλισμό, δεν τίθεται θέμα επιστροφής της θητείας.
Η ετοιμότητα αφορά και την κοινωνία
Αν οι αποκλίσεις στις στρατιωτικές πολιτικές είναι έντονες, ακόμα μεγαλύτερες είναι στην προετοιμασία των πολιτών. Στη Σουηδία, κάθε χρόνο πραγματοποιείται μια «εβδομάδα ετοιμότητας» για να κρατά το θέμα ζωντανό στη δημόσια σφαίρα.
Το 2024, η σουηδική κυβέρνηση έστειλε σε όλα τα νοικοκυριά έναν οδηγό 32 σελίδων, που εξηγεί ότι όλοι οι πολίτες από 16 έως 70 ετών θεωρούνται μέρος της «ολικής άμυνας» και οφείλουν να υπηρετήσουν σε περίπτωση πολέμου ή απειλής. Το φυλλάδιο περιλαμβάνει οδηγίες για το τι πρέπει να περιέχει κάθε σπίτι: μπαταρίες, φακούς, κονσέρβες, νερό, χαρτί υγείας κ.ά.
Η Λιθουανία έχει παρόμοιο φυλλάδιο, που φτάνει μέχρι και λίστα με σχοινί και κιάλια για τριήμερη επιβίωση. Η Σουηδία σχεδιάζει να αυξήσει τη χρηματοδότηση της πολιτικής άμυνας από 2,7 σε 19,4 δισεκατομμύρια κορώνες έως το 2028. «Εστιάζουμε σε μια στρατηγική που αφορά ολόκληρη την κοινωνία», δήλωσε ο υπουργός Πολιτικής Άμυνας, Καρλ-Όσκαρ Μπόχλιν.
Δυτική Ευρώπη: χαμηλή προετοιμασία
Στη Δυτική Ευρώπη, ανάλογες πρωτοβουλίες είναι σπάνιες. Η Ολλανδία έστειλε μόλις τον Νοέμβριο φυλλάδιο για αντιμετώπιση κρίσεων, περιλαμβανομένου και του πολέμου. Η Γαλλία έχει κάνει βήματα για τρομοκρατικές επιθέσεις, όχι όμως για ένα σενάριο γενικευμένης καταστροφής όπως αυτό που περιγράφει ο Μαρκ Ρούτε: «μαζική κινητοποίηση, εκατομμύρια εκτοπισμένοι, γενικευμένη οδύνη». Στην Ισπανία και την Ιταλία, το ζήτημα παραμένει εκτός δημόσιας συζήτησης.
Οι κοινωνίες διχασμένες απέναντι στον κίνδυνο
Μια μεγάλη δημοσκόπηση του Δεκεμβρίου σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες έδειξε πόσο διαφορετικά εκλαμβάνεται ο κίνδυνος. Το 77% των Πολωνών πιστεύει ότι είναι υψηλός ο κίνδυνος πολέμου με τη Ρωσία τα επόμενα χρόνια. Στην Ιταλία, το ποσοστό πέφτει στο 34%.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό εύρημα είναι άλλο: κατά μέσο όρο, το 69% των Ευρωπαίων θεωρεί ότι η χώρα του δεν θα μπορούσε να αμυνθεί σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης. Στην Ιταλία το ποσοστό φτάνει το 85%, στη Γερμανία 69%, στην Πολωνία 58% και στη Γαλλία 51%.
Οι στρατηγοί πλέον δεν απευθύνονται μόνο στις κυβερνήσεις, αλλά στις ίδιες τις κοινωνίες. Το μήνυμά τους είναι ξεκάθαρο: η ασφάλεια δεν είναι υπηρεσία που αγοράζεις, αλλά κατάσταση που χτίζεται με χρήματα, οργάνωση και – κυρίως – ψυχική ετοιμότητα. Το ερώτημα για τη Δυτική Ευρώπη δεν είναι αν ακούει αυτές τις φωνές. Είναι αν τις πιστεύει.
Πηγή: naftemporiki.gr
