Σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα 6 Απριλίου, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη ενός σημαντικού Αγίου με σπουδαία πορεία και βαθύ αποτύπωμα στην ιστορία της πίστης.
Σύμφωνα με το εορτολόγιο, τιμάται η μνήμη του Αγίου Ευτυχίου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Τα ονόματα που έχουν την τιμητική τους σήμερα είναι τα εξής: Ευτύχιος, Ευτύχης, Ευτυχία, Ευτυχούλα, Ευτυχίτσα, Έφη.
Ποιος ήταν ο Άγιος Ευτύχιος
Ο Άγιος Ευτύχιος γεννήθηκε το 512 μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ του Μεγάλου. Η καταγωγή του ήταν από τη Θεία Κώμη της Φρυγίας και ήταν γιος του Αλεξάνδρου, ο οποίος υπηρετούσε ως σχολάριος υπό τον στρατηγό Βελισάριο, και της Συνεσίας.
Από μικρή ηλικία διδάχθηκε το ιερό Ευαγγέλιο και βαπτίστηκε Χριστιανός από τον ιερέα Ησύχιο, που ήταν και παππούς του. Ο Ησύχιος υπηρετούσε στην Εκκλησία της Αυγουστοπόλεως και, σύμφωνα με το Συναξάρι, ήταν σκευοφύλακας και άνθρωπος με μεγάλη αγιότητα, στον οποίο είχε δοθεί το χάρισμα των θαυμάτων.
Η πορεία του στην Εκκλησία
Ο Άγιος αρχικά χειροτονήθηκε αναγνώστης από τον Επίσκοπο Αμασείας στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ουρβικίου. Στη συνέχεια έγινε διάκονος και έπειτα πρεσβύτερος.
Αργότερα εντάχθηκε σε μονή της Αμασείας, που είχε ιδρυθεί από τους Αρχιερείς Μελέτιο και Σέλευκο. Εκεί δεν άργησε να ξεχωρίσει και τελικά ανέλαβε τη θέση του ηγουμένου.
Οι ταραχές και οι αιρέσεις της εποχής
Η περίοδος εκείνη δεν ήταν καθόλου ήρεμη για την Εκκλησία, καθώς υπήρχαν έντονες διαμάχες και αιρετικές διδασκαλίες. Οι Ωριγενιστές και οι κρυπτομονοφυσίτες δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα και διχασμό.
Οι διαφωνίες μεταξύ μοναχών στην Παλαιστίνη για τη διδασκαλία του Ωριγένη αποτέλεσαν την τελευταία φάση των λεγόμενων ωριγενιστικών ερίδων. Ήδη από το 507 μ.Χ. είχαν ξεκινήσει συγκρούσεις στη Μεγάλη Λαύρα, όταν μοναχοί αποχώρησαν από τον Όσιο Σάββα τον Ηγιασμένο και ίδρυσαν τη Νέα Λαύρα γύρω στο 514 μ.Χ., η οποία έγινε κέντρο των συγκεκριμένων ιδεών.
Οι αντίπαλοι αυτών των απόψεων απευθύνθηκαν στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ζητώντας την καταδίκη του Ωριγένη, αίτημα που υποστήριξε και ο Πατριάρχης Μηνάς.
Οι σύνοδοι και οι αποφάσεις
Το 543 μ.Χ. πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη Ενδημούσα Σύνοδος, έπειτα από πρόσκληση του Πατριάρχη Μηνά, με στόχο να αποκατασταθεί η ειρήνη στην Εκκλησία και να αντιμετωπιστούν οι αιρέσεις.
Με αυτοκρατορικό διάταγμα, ο Ιουστινιανός στράφηκε κατά των αιρετικών, καταδικάζοντας τις διδασκαλίες του Ωριγένη και χαρακτηρίζοντας τα έργα του κακόδοξα. Λίγο αργότερα, το 544 μ.Χ., εξέδωσε νέο διάταγμα με το οποίο καταδίκασε τα λεγόμενα «Τρία Κεφάλαια», που αφορούσαν πρόσωπα και συγγράμματα με έντονες αιρετικές θέσεις.
Η εκλογή του ως Πατριάρχη
Το 552 μ.Χ., μετά την κοίμηση του Πατριάρχη Μηνά, ο Άγιος Ευτύχιος κλήθηκε από την Αμάσεια στην Κωνσταντινούπολη και εξελέγη Πατριάρχης.
Ένα χρόνο αργότερα, το 553 μ.Χ., συγκλήθηκε η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος υπό την προεδρία του, όπου επικυρώθηκαν οι προηγούμενες αποφάσεις και καταδικάστηκαν εκ νέου τα «Τρία Κεφάλαια».
Ωστόσο, οι αιρέσεις δεν έπαψαν να ταλαιπωρούν την Εκκλησία. Το 564 μ.Χ., ο Ιουστινιανός εξέδωσε διάταγμα που επέβαλε τον αφθαρτοδοκητισμό, μια διδασκαλία που υποστήριζε ότι το σώμα του Χριστού δεν υπόκειτο σε φυσικές ανάγκες.
Η εξορία του Αγίου
Ο Άγιος Ευτύχιος αρνήθηκε να αποδεχθεί αυτή τη διδασκαλία, όπως και άλλοι Πατριάρχες της Ανατολής. Για τον λόγο αυτό, το 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο και εξορίστηκε αρχικά στην Πρίγκηπο.
Σύμφωνα με το Συναξάρι, αργότερα εγκαταστάθηκε σε μονή της Αμασείας, όπου έζησε ασκητικά και έλαβε από τον Θεό τη χάρη να επιτελεί θαύματα.
Η επιστροφή και τα θαύματα
Μετά από δώδεκα χρόνια εξορίας, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Β’ τον επανέφερε στον πατριαρχικό θρόνο το 577 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Ιωάννη Γ’.
Κατά τη δεύτερη πατριαρχία του, ο Άγιος στάθηκε στο πλευρό του λαού και, σύμφωνα με την παράδοση, με την προσευχή του έσωσε πολλούς από μια θανατηφόρα επιδημία.
Παράλληλα, ήρθε σε αντιπαράθεση με τον αποκρισάριο της Ρώμης Γρηγόριο, τον μετέπειτα Πάπα, λόγω διαφορετικών απόψεων σχετικά με την ανάσταση των σωμάτων.
Το τέλος και η παρακαταθήκη του
Ο Άγιος Ευτύχιος εκοιμήθη ειρηνικά το 582 μ.Χ. Το ιερό λείψανό του τοποθετήθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων, κοντά στην Αγία Τράπεζα, μαζί με τα λείψανα των Αποστόλων Ανδρέα, Τιμοθέου και Λουκά.
Το 1246 μ.Χ., τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Μονή Αγίου Γεωργίου του Μείζονος στη Βενετία, επί ηγουμενίας Πέτρου Κουερίνι.
Από τα έργα του σώζονται αποσπάσματα όπως το «Περί Ευχαριστίας», η «Επιστολή προς Πάπαν Βιγίλιον περί των Τριών Κεφαλαίων» και η «Συνοδική Επιστολή». Άλλα έργα του, όπως το «Περί αναστάσεως σαρκός» και το «Κατά Αφθαρτοδοκητών», δεν διασώθηκαν.
Τον βίο του κατέγραψε ο μαθητής του, Ευστράτιος, διασώζοντας μέχρι σήμερα τη μνήμη και τη δράση ενός από τους σημαντικότερους Πατριάρχες της Εκκλησίας.
