Η Χαρούλα Λαμπράκη είναι από εκείνες τις φωνές που άφησαν δυνατό αποτύπωμα στο λαϊκό τραγούδι, χωρίς ποτέ να επιδιώξουν θόρυβο γύρω από το όνομά τους. Γεννημένη στον Κακόβατο Ηλείας και σήμερα μακριά από τα φώτα, στην Καλλιθέα, κουβαλά μια διαδρομή γεμάτη σπουδαία τραγούδια, μεγάλες συνεργασίες και αναμνήσεις από μια άλλη εποχή του ελληνικού πενταγράμμου.
Χαρούλα Λαμπράκη: Η σπουδαία λαϊκή φωνή που έγραψε τη δική της πορεία
Γεννήθηκε στο Κακόβατο, το μικρό ψαροχώρι της Ζαχάρως στην Ηλεία, και ζει στην Καλλιθέα. Ο Βασίλης Τσιτσάνης την αποκαλούσε τρυφερά «νινί», ένα προσωνύμιο που έμεινε χαραγμένο στη μνήμη της.
Δείτε το βίντεο:
> Οι ρεματιές βούιζαν από το τραγούδι μου στο χωριό. Πηγαίναμε στα χωράφια για τις σταφίδες κι εγώ τραγουδούσα ασταμάτητα, από το πρωί ως το βράδυ. Τότε υπήρχε απόλυτη γαλήνη σε εκείνα τα μέρη και η φωνή μου ακουγόταν χιλιόμετρα ολόκληρα. Αυτή ήταν από παιδί η μεγάλη μου τρέλα, το τραγούδι.
> Από τότε που ήμουν πέντε θυμάμαι τον πατέρα μου να με κρατά στα γόνατά του και να μου μαθαίνει δημοτικά τραγούδια. Μου έδειχνε τα κλέφτικα, τα τραγούδια του τραπεζιού, όπως τα λέγαμε εμείς στο χωριό. Αργότερα τα ηχογράφησα σε έναν δίσκο αφιερωμένο σε εκείνον. Παρότι οι γονείς μου ήταν άνθρωποι της γης, γεωργοί και δεμένοι με τα κτήματα, είχαν ανοιχτό μυαλό. Ο πατέρας μου δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στο να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο. Μου είχε πει μόνο να μην τον ντροπιάσω. Και οι δύο είχαν όμορφες φωνές, ενώ ο αδελφός της μητέρας μου ήταν δεξιός ψάλτης στο χωριό. Έτσι, οι ψαλμοί μπήκαν από πολύ νωρίς μέσα μου. Άλλωστε ο ψαλμός είναι πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι. Από εκεί ξεκινούν οι ρίζες μου, ακόμη κι αν αργότερα είπα πολλά λαϊκά και ρεμπέτικα.
Δείτε το βίντεο:
Το ξεκίνημα στην Αθήνα και το πρώτο μεγάλο βήμα
> Είχα μια θεία που ήταν στενή φίλη με τη μητέρα του Μπάμπη Μπακάλη, ενός από τους κορυφαίους λαϊκούς συνθέτες. Έτσι, το 1963, στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, ήρθα στην Αθήνα για να δοκιμάσω την τύχη μου στο τραγούδι. Αν δεν πετύχαινα, το σχέδιο ήταν να γίνω φιλόλογος.
> Στην Columbia πήγα με τη σχολική μου ποδιά. Πρώτα με άκουσε ο Μπακάλης και ύστερα με έστειλε στον διευθυντή της εταιρείας, τον Τάκη Λαμπρόπουλο. Για να μην τα λέω πολλά, με ενέκριναν και έτσι υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Ήταν, δυστυχώς, επταετές. Και λέω δυστυχώς, γιατί ώσπου να λήξει ήμουν δεμένη, χωρίς δικαιώματα και χωρίς ποσοστά. Πού να τα ξέρω όλα αυτά εγώ, ένα μικρό κορίτσι, όταν έβαζα την υπογραφή μου. Από την άλλη, στην Columbia είπα και τις μεγάλες επιτυχίες με τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Πλέσσα, τον Πάνου και πολλούς ακόμη.
> Κανονικά, το επώνυμό μου ήταν Λαμπροπούλου. Το άλλαξα σε Λαμπράκη έπειτα από προτροπή του Μπακάλη. Μου είχε πει: «Καλύτερα να το αλλάξεις, γιατί θα πας στον Λαμπρόπουλο και θα νομίζουν πως έχεις εύνοια λόγω του ονόματος».
> Ο Λαμπρόπουλος με έστειλε σε πολλούς συνθέτες. Ο πρώτος ήταν ο Νίκος Δαλέζιος, που μου έδωσε το ζεϊμπέκικο «Ανάθεμά σε, βρε ζωή». Ο δεύτερος ήταν ο Απόστολος Καλδάρας, που μου εμπιστεύτηκε το «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» και με αυτό το τραγούδι βγήκα από την αφάνεια. Ήταν τέλη του ’65 με αρχές του ’66. Κάποια στιγμή με έστειλε και σε ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές – τότε εκεί βρίσκονταν όλα τα καλά λαϊκά μαγαζιά – όπου εμφανιζόταν ο Πάνος Γαβαλάς. Ο Γαβαλάς με ρώτησε «ποιο τραγούδι θες να πεις;» κι εγώ του απάντησα τα «Ξένα Χέρια». Εκεί, ουσιαστικά, τελείωσε για μένα το όνειρο να γίνω καθηγήτρια Φιλολογίας. Βέβαια, η αγάπη για το διάβασμα δεν έφυγε ποτέ.
Δείτε το βίντεο:
Η Τριάνα, ο Γαβαλάς και η συνάντηση με τον Τσιτσάνη
> Λίγους μήνες μετά βρέθηκα να τραγουδώ δίπλα στον Γαβαλά στην Τριάνα του Χειλά, στη λεωφόρο Συγγρού, σε ένα θρυλικό μαγαζί. Από εκεί είχαν περάσει ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Μαρινέλλα, η Καίτη Πάνου, η Βίκυ Μοσχολιού. Για να σταθεί ένα μικρό κορίτσι δίπλα σε τόσο μεγάλα ονόματα, έπρεπε να έχει είτε μεγάλη τύχη είτε μεγάλη φωνή. Εγώ, όπως είχε πει ο Γαβαλάς, είχα και τα δύο.
> Μια μέρα έρχεται ο Λαμπρόπουλος και μου λέει: «Θα πας στην οδό Αχαρνών 1 να συναντήσεις τον Τσιτσάνη, που θέλει να σε γνωρίσει». Πήγα, λοιπόν, πολύ μαζεμένη και του χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε, με οδήγησε σε ένα μικρό δωμάτιο που το είχε σαν στούντιο, πήρε το μπουζούκι και μου είπε: «Πάμε ένα τραγουδάκι;». Ήταν το «Δεν ρωτώ ποια είσαι». Το είπαμε ξανά και ξανά και μέσα σε δέκα μέρες κυκλοφόρησε σε δισκάκι και έγινε τεράστια επιτυχία. Από τότε ο Τσιτσάνης, για επτά ολόκληρα χρόνια, έγραφε τραγούδια πάνω στη φωνή μου. Πρέπει να έχω πει τουλάχιστον 25 δικά του τραγούδια.
> Δεν ήθελε να τον φωνάζω κύριο Τσιτσάνη αλλά Τσίλια, όπως τον αποκαλούσαν και οι φίλοι του. Κι εμένα δεν με έλεγε ποτέ με το όνομά μου. Με φώναζε νινί. Ήταν πολύ φιλικός και αρκετά προστατευτικός. Για μένα δεν ήταν απλώς ένας δεύτερος πατέρας. Ήταν πατέρας μου. Μεγάλωσα μέσα στα χέρια του.
> Πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα έφυγαν, δυστυχώς, πολύ νέοι. Ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Στράτος Διονυσίου. Όταν φεύγουν από τη ζωή άνθρωποι που ήταν πολύ κοντά σου, μένει ένα τεράστιο κενό. Εγώ είχα την ατυχία να χάσω όχι μόνο εξαιρετικούς συνεργάτες, αλλά και αληθινούς φίλους.
Ταξίδια, πανηγύρια και τραγούδια που σημάδεψαν μια εποχή
> Για πρώτη φορά στην Αμερική πήγα με τον Στράτο Διονυσίου, το 1969. Ξεκινήσαμε από τον Καναδά και έπειτα περάσαμε στη Νέα Υόρκη. Τότε κατάλαβα πόσο πολύ αγαπώ τα ταξίδια κι έτσι, κάθε φορά που μου δινόταν η ευκαιρία – πάντα μέσα από τη δουλειά μου – ταξίδευα όπου με καλούσαν. Έχω γυρίσει όλη την Αμερική, την Αυστραλία και τη μισή Ευρώπη. Φυσικά, έχω ταξιδέψει και σε όλη την Ελλάδα. Όταν με φωνάζουν οι τοπικοί σύλλογοι στα πανηγύρια, τρέχω με την καρδιά μου. Μου αρέσουν πολύ, γιατί βλέπω τον τρόπο που γλεντά ο κάθε τόπος και έτσι νιώθω τη διαφορετική κουλτούρα κάθε μέρους. Κάθε χωριό, κάθε πόλη και κάθε χώρα είναι κι ένα τραγούδι.
> Αν με ρωτήσει κάποιος ποιο τραγούδι στάθηκε σταθμός στην καριέρα μου, θα δυσκολευτώ πολύ να απαντήσω, γιατί όλα έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Κάθε συνθέτης που μου εμπιστευόταν ένα τραγούδι ήταν σταθμός. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως το «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» του Καλδάρα ήταν καθοριστικό, γιατί με αυτό άρχισε να με μαθαίνει ο κόσμος. Πολλοί, βέβαια, μπερδεύονται και νομίζουν ότι είναι ερωτικό τραγούδι. Θυμάμαι πως, όταν πήγα να το κάνω πρόβα, είδα μέσα στο δωμάτιο τη φωτογραφία ενός παιδιού, συγκεκριμένα ενός κοριτσιού, και δίπλα λίγα λουλούδια και ένα καντηλάκι. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Όταν όμως ο Καλδάρας άρχισε να το παίζει στην κιθάρα, ξέσπασε σε κλάματα, γιατί το είχε γράψει για το παιδί του που έχασε. Οι στίχοι λένε: «Αν υπάρχουνε αγάπες και στην άλλη τη ζωή, η δική μου η αγάπη θα είσαι πάλι μόνο εσύ. Μες στου Άδη τα σκοτάδια σαν ακούσεις στεναγμό, μην τρομάξεις αγαπούλα, θα είμαι εγώ να σε ζητώ». Θα έλεγα, λοιπόν, πως ναι, αυτό το τραγούδι με έχει στιγματίσει.
> Όταν κάποια στιγμή σταματήσω να τραγουδάω, θα μπορώ να λέω πως κέρδισα πάρα πολλά από αυτή τη δουλειά, πως γνώρισα πολλούς ανθρώπους και είδα πολλά μέρη.
Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα:
Χαρούλα Λαμπράκη: “Αν ξέρεις γράμματα δεν καβαλάς το καλάμι”
«Ευχαριστήθηκα τα ταξίδια μου, όλα ήταν πληρωμένα, ο κόσμος με αγκάλιαζε σφιχτά και με συγκινούσαν, όμως δεν το έπαιρνα πάνω μου», είπε η γνωστή τραγουδίστρια.
Για την πορεία της στο τραγούδι, τη συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τη δημοσιότητα μίλησε η Χαρούλα Λαμπράκη στο περιοδικό «Λοιπόν».
Η στάση της απέναντι στην επιτυχία
Είχατε θάρρος, “τσαμπουκά”…; «Ναι, όσο “τσαμπουκάς” ήμουν σε μικρή ηλικία, τόσο μετά έμαθα να σέβομαι, να εκτιμώ».
Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο με την πάροδο του χρόνου και τον ερχομό της επιτυχίας. «Για μένα δεν υπήρξε ποτέ το “καλάμι”».
Πως το αποφύγατε μετά από τόσες δόξες, συνεργασίες και χρήματα; «Είχα διαβάσει και πέντε βιβλία, ήξερα πέντε γράμματα. Αν ξέρεις γράμματα δεν το κάνεις αυτό, δεν “καβαλάς καλάμι”. Σκεφτόμουν τι θα γινόταν αν το μάθαινε η μάνα κι ο πατέρας μου; Ήμουν η μικρότερη από τις τρεις αδελφές μου».
Όταν άρχισε να ακούει τη φωνή της παντού
Πώς σας φαινόταν όταν αρχίσατε να γίνεστε γνωστή και ακούγατε τα τραγούδια σας στο ραδιόφωνο; «Κάτι το φυσιολογικό, το περίμενα. Το ονειρευόμουν από μικρή αυτό, ήξερα τι μου γινόταν και τι ήθελα. Αργότερα με ζήτησε ο Βασίλης Τσιτσάνης κι εγώ πήγα να τον δω, έτσι απλά. Ήταν πολύ καλός και μου είπε: “Πάμε αυτό το τραγουδάκι”, ήταν το: “Δε ρωτώ ποια είσαι”. “Αύριο το πρωί θα είναι στο εργοστάσιο (έτσι το λέγαμε)”. Το είπα κι έγινε πανικός. Έπειτα είπαμε κι άλλο ένα… “Απόψε στις ακρογιαλιές”… κι άλλο ένα… “Με παράσυρε το ρέμα”… τραγουδάρες. Ο Τσιτσάνης έγραφε αποκλειστικά για μένα για 7 χρόνια, χωρίς να με εμποδίζει να τραγουδήσω άλλους συνθέτες, οι οποίοι μου εμπιστεύθηκαν καταπληκτικά τραγούδια όπως ο Χιώτης, ο Άκης Πάνου, που ήταν η λατρεία μου, τον αγαπούσα και με αγαπούσε πολύ, είχε άδοξο τέλος… Έτσι άρχισε μια καριέρα χωρίς να την επιζητήσω, να πάω να παρακαλέσω ή να πληρώσω, όπως κάνουν σήμερα. Έτσι κύλησε η ζωή μου».
Πώς βλέπει σήμερα όλη αυτή τη διαδρομή
Το απολαύσατε όλο αυτό το “ταξίδι” ως εδώ; «Ναι, το απόλαυσα, είχα το γνώθι σ’ αυτόν. Ντύθηκα πολύ ωραία, τα πάντα, έκανα τα ταξίδια μου, πήγα 17 φορές στην Αμερική, στον Καναδά τρεις φορές όπως και στην Αυστραλία, γύρισα τον κόσμο ολόκληρο. Αν δε γινόμουν τραγουδίστρια δεν θα είχα αυτή τη δυνατότητα, σε καμία περίπτωση. Ευχαριστήθηκα τα ταξίδια μου, όλα ήταν πληρωμένα, ο κόσμος με αγκάλιαζε σφιχτά και με συγκινούσαν, όμως δεν το έπαιρνα πάνω μου, όπως κάνουν τώρα και λένε: “Εγώ είμαι”»
