Η φράση «πάλι το ίδιο θα έκανα» επανέφερε στο προσκήνιο μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, μέσα από ένα ντοκιμαντέρ που αποκάλυψε άγνωστες λεπτομέρειες για τη δράση της 17 Νοέμβρη.
Ο Δημήτρης Κουφοντίνας παραμένει μέχρι σήμερα αμετανόητος, κάτι που έγινε σαφές και μέσα από το πέμπτο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά «Φάκελος 17Ν», το οποίο προβλήθηκε από τον ΣΚΑΪ. Το επεισόδιο εστίασε στις δραματικές εξελίξεις που ακολούθησαν την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού, στον Πειραιά, τη νύχτα της 29ης Ιουνίου 2002 – ένα γεγονός που σηματοδότησε ουσιαστικά την αρχή του τέλους για την οργάνωση που δρούσε επί σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Το ντοκιμαντέρ παρουσίασε για πρώτη φορά υλικό από τις έρευνες της αστυνομίας μέσα στις γιάφκες της οργάνωσης, αποκαλύπτοντας όπλα και κρησφύγετα που για χρόνια παρέμεναν αόρατα. Παράλληλα, μέσα από τις μαρτυρίες αξιωματικών της Αντιτρομοκρατικής, αποτυπώθηκε η ένταση των ερευνών που οδήγησαν τελικά στην πρώτη απεικόνιση ενός «προσώπου φαντάσματος» της ελληνικής τρομοκρατίας.
Το περιστατικό που έδειξε από την αρχή τι συνέβαινε
Αρχικά, η έκρηξη στο λιμάνι του Πειραιά δεν φάνηκε να συνδέεται με κάτι τόσο μεγάλο. Όπως αποκάλυψε ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, βρισκόταν στη Βέροια όταν δέχθηκε το πρώτο τηλεφώνημα από τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ., Φώτη Νασιάκο. Η πρώτη του αντίδραση ήταν χαρακτηριστική: «Ασε με είμαι χάλια, θέλω να κοιμηθώ, πες στο Λιμενικό να ασχοληθεί, αρμοδιότητά του είναι».
Ωστόσο, μέσα σε περίπου μία ώρα, τα δεδομένα άλλαξαν πλήρως. Ο Φώτης Νασιάκος επικοινώνησε ξανά, μεταφέροντας την κρίσιμη εκτίμηση ότι το περιστατικό «είναι πάρα πολύ σοβαρό, μυρίζει τρομοκρατία».
Η οριστική επιβεβαίωση ήρθε όταν εντοπίστηκε και δεύτερος εκρηκτικός μηχανισμός στο σημείο. Η ύπαρξη δύο ρολογιών στη βόμβα ήταν χαρακτηριστικό «υπογραφή» της 17 Νοέμβρη. Τότε ειπώθηκε και η φράση που έμεινε ιστορική: «Είναι 17. Ξεκινάμε!».
Η επιχείρηση που οδήγησε στην αποκάλυψη
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου. Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης κατευθύνθηκε εσπευσμένα προς την Αθήνα, οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα. Μάλιστα, στη Λαμία ένας αστυνομικός τον σταμάτησε χωρίς να τον αναγνωρίσει, λέγοντάς του: «Πώς πας έτσι; Τρελός είσαι;».
Φτάνοντας στην Αθήνα, ενημέρωσε τον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη «χωρίς πολλές λεπτομέρειες», ενώ στις επιχειρήσεις συμμετείχαν και ειδικοί από το FBI και τη Scotland Yard.
Το βασικό ζητούμενο ήταν η ταυτότητα του τραυματία. Στον Σάββα Ξηρό βρέθηκε ένα όπλο με σβησμένο σειριακό αριθμό, το οποίο δεν είχε χρησιμοποιηθεί σε κάποια επίθεση. Μετά από ενδελεχή έρευνα, αποκαλύφθηκε ότι ανήκε στον αστυνομικό Χρήστο Μάτη, που είχε δολοφονηθεί το 1988 από τη 17Ν.
Η άρση απορρήτου και τα στοιχεία από την περιοχή του Βαρνάβα οδήγησαν τελικά στην ταυτοποίηση του Σάββα Ξηρού. Όταν το αποτύπωμά του συνδέθηκε με τη δολοφονία του Κωστή Περατικού, η στιγμή ήταν ιδιαίτερα φορτισμένη. Όπως θυμάται ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης: «Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή, άρχισαν να χειροκροτούν όλοι, να κλαίνε. Ηταν ιστορική στιγμή πολιτικά. Είχαμε πια στα χέρια μας έναν τρομοκράτη της 17Ν».
Η στάση του Κουφοντίνα και η επίμαχη δήλωση
Στο ντοκιμαντέρ παρουσιάστηκε και η πλευρά του Δημήτρη Κουφοντίνα, ο οποίος επιχείρησε να δώσει τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν εκείνη τη νύχτα. Υποστήριξε ότι ο Σάββας Ξηρός «έσπρωξε και ξανάσπρωχνε τη βόμβα για να μην υπάρξουν θύματα», απορρίπτοντας την εκδοχή του λάθους.
Όταν ρωτήθηκε από τον Αλέξη Παπαχελά αν σκέφτηκε να «τελειώσει» τον τραυματισμένο σύντροφό του για να αποφευχθεί ενδεχόμενη αποκάλυψη, απάντησε επικαλούμενος το δικό τους σύστημα αξιών, σε αντίθεση με τις αρχές που αντιμετώπιζαν τον Ξηρό ως μια «αποθήκη πληροφοριών».
